02/02/2026
Πολλές φορές λέμε εμείς οι γονείς:
«Εμείς δεν θα κάνουμε όσα μας πλήγωσαν».
Κουβαλάμε μέσα μας τη μνήμη της αυστηρότητας, της απουσίας, της σιωπής ή της συναισθηματικής μοναξιάς και υποσχόμαστε ότι θα τα κάνουμε αλλιώς. Και πράγματι προσπαθούμε. Όμως, το «αλλιώς» δεν είναι πάντα θεραπευτικό όταν γεννιέται από πόνο που δεν έχουμε επεξεργαστεί.
Δεν γινόμαστε γονείς με άδειο εσωτερικό χώρο.
Κουβαλάμε το παιδί που υπήρξαμε.
Κι έτσι, συχνά δεν αντιδρούμε μόνο στο παιδί μπροστά μας, αλλά και σε όσα δεν αντέξαμε τότε.
Εκεί όπου βιώσαμε αυστηρότητα, γινόμαστε υπερ-επιεικείς.
Εκεί όπου βιώσαμε σιωπή, υπερβολικά διαθέσιμοι.
Εκεί όπου μείναμε χωρίς στήριξη, υπερπροστατευτικοί.
Και τότε το παιδί δεν μαθαίνει τι να θέλει, αλλά τι επιτρέπεται να είναι.
Μαθαίνει ότι για να το αγαπούν δεν πρέπει να δυσκολεύει.
Ότι η εγγύτητα έχει κόστος τον εαυτό του.
Ότι χωρίς τον άλλον δεν μπορεί.
Ότι η σύγκρουση απειλεί τη σχέση.
Και πως οι ανάγκες του είναι βάρος.
Το παιδί, όμως, δεν βιώνει αυτή την αντιστροφή ως ασφάλεια.
Χωρίς σαφή όρια δεν νιώθει πλαίσιο.
Χωρίς ανεκτή ματαίωση δεν μαθαίνει να ρυθμίζει τον εαυτό του.
Αργότερα, ως ενήλικας, δυσκολεύεται να βάλει όρια, φοβάται τη σύγκρουση και μπερδεύει την αγάπη με την προσαρμογή. Μαθαίνει να μένει, να αντέχει, να μικραίνει — όχι να σχετίζεται.
Το παράδοξο είναι ότι, προσπαθώντας να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από το δικό μας τραύμα, τους μεταβιβάζουμε ένα άλλο:
την αδυναμία να σταθούν αυτόνομα μέσα στη σχέση.
Γι’ αυτό η ουσιαστική αλλαγή δεν βρίσκεται στην αντιστροφή του παρελθόντος, αλλά στην επεξεργασία του.
Όταν αντέχουμε να δούμε τι μας έλειψε, μπορούμε να προσφέρουμε παρουσία με όρια, φροντίδα χωρίς συγχώνευση και αγάπη που αντέχει τη ματαίωση.
Και τότε τα παιδιά μας δεν καλούνται να μας θεραπεύσουν.
Μπορούν να ζήσουν τη δική τους παιδικότητα
και να χτίσουν τον δικό τους δρόμο.
— Μάντζιου Όλγα
#γονεϊκότητα
#όρια
#δεσμός
#σχέσεις