30/08/2020
ΜΕΡΟΣ 1: Μπόυλινγκ, "ειλικρίνεια" και λίγη αγάπη.
Ξεκινάει μια ιστορία. Μια εξομολόγηση. Μια σπάνια κουβέντα μεταξύ ψυχών που θέλουν να καταλάβουν. Που νοιάζονται η μια για την άλλη -και για τους άλλους. Αν μοιάζουμε έστω και λίγο, το κείμενο που ακολουθεί (αλλά και η μοναδική συνέχειά του σε λίγες μέρες), θα απαιτήσει όλη την ενσυναίσθηση που (ίσως δεν ήξερες ότι) έχεις. Όλη την αγάπη και το EQ σου. Θα ρουφήξει ίσως πολλή και απ’τη δική σου ψυχή, αλλά υπόσχομαι – αν μπεις στα παπούτσια της Ν., θα βγεις διαφορετικός. Θα έρθεις;
«Ξέρεις, όταν γεννιέσαι… δεν έχεις και πολλές επιλογές: σε πάνε και σε φέρνουν όπου θέλουν, σε κοιμίζουν, σε πλένουν, σε ταΐζουν ότι και όσο θέλουν… Ζωάρα θα μου πεις -και ναι, μάλλον είναι. Προβλήματα 0, ούτε λογαριασμοί και άγχη. Από άδοξους έρωτες, τίποτα. Με αυτό το τελευταίο βέβαια, δεν πολύ-ταυτίζομαι. Όχι επειδή δεν είχα. Επειδή δεν ήταν «μάταιοι». Ομορφούλι ήμουν, τα πήγαινα καλά και με τα αγοράκια… Πολύ θέλει; Άλλαζα μωρο-έρωτα σε κάθε νέο μέρος. (Γέλια)
Μετά βέβαια, ζορίζουν τα πράγματα. Μεγαλώνεις λίγο.. Σε χώνουν σε ένα μεγάλο κτίριο που λένε «σχολείο» -και προχώρα.. Επιβίωσε στη ζούγκλα, μόνος σου πια… Χωρίς τη γιαγιά να σου θυμίζει πως είσαι η υπεργαλαξιακή πριγκίπισσα της ομορφιάς, ούτε τη μαμά πίσω απ’την πλάτη σου, να επιτρέπει μόνο βήματα μπροστά, με βλέμμα «δε μασάμε». Κάτι θύμιζε αυτός ο χώρος. Κάτι γνώριμο, σίγουρα όχι ευχάριστο, αλλά πολύ οικείο.
Μετά το πρώτο κουδούνι, αυτό του καλωσορίσματος και της «προσευχής», όταν αρχίζουν να ορίζονται οι μαθητές ανά τάξη.. Όταν αναγκάζεσαι να συνυπάρξεις.. να καθίσεις σε θρανίο.. Τότε, λίγο αρχίζει να καθαρίζει το τοπίο. Όταν δε διαλέγεις, αλλά σε διαλέγουν… Όταν ακούς ψίθυρους και θέσεις να γεμίζουν γρήγορα, φεύγει η ομίχλη.
Και τότε «κατά λάθος», ακούς την πιο τρομακτική φράση: «Κοίτα τη χοντρή!»
Αν είσαι εγώ, αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που ανάβει ο λαμπτήρας πάνω απ’το μικρό, μελαχρινό, άκακο κεφαλάκι σου.
Αυτή είναι η στιγμή που αναφωνείς μέσα σου: «Ο μπαμπάς!»
Το οικείο. Το γνώριμο, αλλά όχι ωραίο. Ο μπαμπάς.
Τον έφερα μαζί; Υψώθηκε σε τέσσερις ορόφους; Πολλαπλασιάστηκε σε πολλά μικρά τερατάκια -που πρέπει από σήμερα και για πάντα να αποκαλώ συμμαθητές;;
Και η γιαγιά; Ψέματα μου είπε ότι η μια (έντιμα, ε!!! ΜΙΑ!) «δίπλα» της ντροπιασμένης κοιλιάς μου, θα γίνει ύψος;
Η μαμά μου που έλεγε πως είμαι μια κούκλα, όπως και να είμαι; Ψέματα και αυτή;
Μόνο ο μπαμπάς έλεγε αλήθεια;
«Χοντρή» - «Πώς έχεις γίνει έτσι;!» - «Μα δεν μπορείς να γίνεις σαν τη Μαρία που είναι αδυνατούλα;;» - «Πωω-πω, βόδεψες!».
Για να το λένε όλοι εδώ; Έτσι θα είναι. Έτσι θα είΜαι. Εξάλλου μου το λέει ο μπαμπάς… «Δεν είμαι κακός, είμαι απλά ειλικρινής».
Το σωτήριο άδειο θρανίο! «Κλειδώνεις», δεν κοιτάς ξανά κανέναν στα μάτια, κάθεσαι με φόβο αν η … «τεράστια» κοιλιά σου θα χωρέσει και κάνεις αμήχανες κινήσεις για να δείχνεις απασχολημένος. Να δείχνεις πως δεν άκουσες -- και πως αν άκουσες δεν τρέχει τίποτα. Γιατί νιώθεις άσχημα που έπρεπε να είσαι σε αυτήν την τάξη. Όχι για σένα φυσικά -ποιος νοιάζεται. Νιώθεις άσχημα που αναγκάζεσαι να φέρεις αυτό το αποκρουστικό θέαμα μπροστά στα μάτια τους. Γιατί αυτό είσαι. Γιατί εκείνοι έχουν δίκιο. Γιατί το λέει και ο μπαμπάς.
Και οι μέρες περνούν… και όλοι είναι παρέα…
Και συ όμως έχεις παρέα πια: Όλα τα υπόλοιπα (τρία;; ) παιδάκια που για κάποιο αντίστοιχα εξωφρενικά δικαιολογημένο (!) λόγο, οι γαλαζοαίματοι «φυσιολογικοί», επίσης έκαναν πέρα.
Είσαι οκ μ ’αυτό όμως. Εκεί νιώθεις πως ανήκεις.
Μαζί. Με χαμηλωμένα μάτια όταν περνάτε απ’ τους «in».
Που ξέρεις; Αν το λες συνέχεια από μέσα σου, όσο είσαι στην εμβέλειά τους, ίσως μια μαγική δύναμη βοηθήσει να γίνετε και αόρατοι. Ή έστω, αν το ζητάς με όλη την εσωτερική σου δύναμη, να μην ακούσεις τα γέλια ή τα βλέμματα.
Όπως οι μέρες, περνάνε και τα χρόνια. Η «μπάκα» έγινε ύψος. Και όπως βλέπεις …πολύ! (Γέλια)
Όμως ακόμα δεν είχα γίνει «σαν τη Μαρία». Δε θα γινόμουν ποτέ σαν τη Μαρία και ξέρεις; Ευτυχώς. Η Μαρία, δε θα είχε αντέξει ούτε τα μισά απ’ όσα εγώ. Είχα δυνατό σώμα. Δεν είχα λεπτούς αστραγάλους και σπάνια έβρισκα τα γνωστά βραχιολάκια ποδιού, της εποχής.
Πόσο πιο προφανές πως ο δημιουργός μου με προόριζε από νωρίς για τη συνέχεια; Σωματικά και ψυχικά.
Το σχολείο με τσάκισε. Στο λέω απλά και χύμα.
Έξω, έπαιζα πόλο. Πες στον κόσμο ότι δεν είμαι σα θηλυκός Βλοντάκης, ε! (Γέλια)
Καταλαβαίνεις λοιπόν πως δύσκολο να ήμουν υπερβολικά υπέρβαρη. Όχι πως και αν ήμουν θα άλλαζε κάτι. Δεν τους φόβιζαν τα γραμμάρια.
Οτιδήποτε το διαφορετικό τους τρόμαζε.
Και ξέρεις τι άλλο; Τους μπέρδευε.
Είχα αντικειμενικά, αρκετά όμορφο πρόσωπο – έβλεπα αγόρια να θέλουν να με πλησιάσουν. Δεν το έκαναν όμως γιατί είχα την ταμπέλα μου κρεμασμένη στο λαιμό, σαν άλλος «τέντυ μπόϊς» - για όσους ξέρουν και θυμούνται. Τα μοντέλα του σχολείου, τους κοιτούσαν υποτιμητικά και οι φίλοι, τους διακοσμούσαν με ευφάνταστα επίθετα.
Έτσι πήγε το σχολείο για μένα.
Έτσι και το σπίτι. Με πολλή-πολλή «ειλικρίνεια».
Και πάντα έφευγα.
Πάντα ΕΤΡΕΧΑ εκεί που δε με πονούσαν. Στο δικό μου κόσμο.
Στους φίλους που διάλεξα εγώ τότε, για οικογένεια. Στον άνθρωπο που προσπάθησε να θεραπεύσει τις πληγές μου – και ας μην ήξερε ακόμα τι να κάνει με τις δικές του.
Μικρές Ιστορίες: Πάντα ΕΤΡΕΧΕΣ. Θα το γράψω όπως το λες. Με κεφαλαία.
Θα πω στους αναγνώστες πως η ιστορία έχει δύο μέρη. Όποιος θέλει, να περιμένει τη συνέχεια. Εμένα τα όσα μου είπες όταν σε γνώρισα, με συγκλόνισαν. Έφυγα και σκεφτόμουν για μέρες, πόσα πράγματα και ανθρώπους έχω κοιτάξει «από πάνω». Τι διαμάντια ίσως έχω χάσει.
Πώς θες να κλείσουμε το πρώτο μέρος που αφορά κυρίως το μπούλινγκ στα σχολεία; Ειδικά τώρα. Λίγες μέρες πριν την έναρξη της χρονιάς.
Ν.: Αν μου επιτρέπεις μια διόρθωση…. Το μπούλινγκ δεν είναι πρόβλημα του σχολείου. Το μπούλινγκ ξεκινά στο σπίτι.
Όταν όπως εγώ, τα παιδιά έχουν λεκτικά κακοποιητικούς γονείς (γιατί περί αυτού πρόκειται τελικά) ή όταν δεν έχουν τέτοιους γονείς προς τα ίδια, αλλά ζουν σε περιβάλλον οποιασδήποτε βίας (προς τη μητέρα, προς τον υπόλοιπο κόσμο, στην οδήγηση, στα ζώα… ατελείωτη λίστα), ή όταν οι γονείς δε φροντίζουν να μάθουν στα παιδιά πως δεν υπάρχει καμία ανοχή στην υποτίμηση τη δική τους ή των άλλων.. καμία ανοχή σε πράξεις βίας μικρές ή μεγαλύτερες…
Ξεκινάει απ’ το σπίτι.
Όπως απ’ την απέναντι όχθη, γονείς δε μαθαίνουν στα παιδιά τους πως δεν υπάρχει «διαφορετικό». Υπάρχει μοναδικότητα. Και είναι το νόημα όλης της ζωής. Δεν μαθαίνουν πως ο κάθε άνθρωπος «κάπως» είναι -μέσα ή έξω. Δεν τους μαθαίνουν πως είμαστε όλοι εν δυνάμει, μικρά, απαίσια τερατάκια αλλά ακόμα και ως τέτοια θέλουμε να αγαπηθούμε – και έτσι πρέπει να αγαπήσουμε.
Το κλειδί, είναι στο σπίτι. Η αλλαγή, είναι το παράδειγμά μας. Και έχουμε λίγες μέρες, να στείλουμε τα παιδιά μας στα σχολεία, με …λουλούδια αντί για «σπαθιά» στο χέρι.
[Συνεχίζεται….]