16/04/2026
Κάποτε ένας συγγενής μου πρώτου βαθμού (όταν το διαβάσει τώρα θα χαμογελά) είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο…μπορούσε να κρατά τα καινούργια πράγματα… για πάντα καινούργια. Ρούχα που δεν φορέθηκαν ποτέ, παπούτσια που έμειναν στο κουτί, συσκευές που δεν άνοιξαν για να μη «χαλάσουν». Δεν ήταν τσιγγουνιά ήταν η ανάγκη του να «προσέχει τα πράγματα του». Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα ακριβό κινητό, από τα πρώτα έγχρωμα, τότε που το έβλεπες και έλεγες “ουάου”. Το αγόρασε, το κοίταξε, το χάρηκε… και το έκλεισε ξανά στο κουτί για να το διατηρήσει. Πέρασε ο καιρός και όταν τελικά αποφάσισε να το χρησιμοποιήσει, η τεχνολογία είχε ήδη τρέξει μπροστά του. Το κινητό ήταν πια ξεπερασμένο. Δεν είχε χαλάσει. Είχε απλώς μείνει πίσω.
Και εκεί είναι που αρχίζει να ξεκαθαρίζει κάτι βαθύτερο. Δεν προστάτευε τα πράγματα. Απέφευγε τη φθορά. Και μαζί με τη φθορά, απέφευγε και το βίωμα. Γιατί το να χρησιμοποιήσεις κάτι σημαίνει ότι θα το φθείρεις, θα το χαλάσεις, θα το «ρίξεις» από την ιδανική του κατάσταση. Όπως ακριβώς και το να ζήσεις κάτι σημαίνει ότι θα εκτεθείς, θα κουραστείς, θα πονέσεις, θα ρισκάρεις να μην πάει όπως το φαντάστηκες. Αυτό που μοιάζει με προνοητικότητα πολλές φορές είναι ένας εξευγενισμένος φόβος. Μια ανάγκη ελέγχου απέναντι σε έναν κόσμο που δεν ελέγχεται. Αν δεν το χρησιμοποιήσω, δεν θα χαλάσει. Αν δεν το ζήσω, δεν θα το χάσω. Αν περιμένω την «κατάλληλη στιγμή», ίσως όλα να είναι πιο ασφαλή. Μόνο που αυτή η στιγμή σπάνια έρχεται όπως την περιμένουμε. Το ίδιο μοτίβο το βλέπεις παντού. «Όταν πάρω σύνταξη θα αρχίσω τα ταξίδια». Ναι, μόνο που τότε μπορεί να μην έχεις μέση, αντοχή ή διάθεση. «Όταν βολευτώ οικονομικά θα ζήσω λίγο». Και περνάνε χρόνια κυνηγώντας ένα επίπεδο ασφάλειας που συνεχώς μετακινείται. «Όταν μεγαλώσουν τα παιδιά», «όταν τελειώσει αυτό το project», «όταν ηρεμήσουν τα πράγματα». Και η ζωή γίνεται μια διαρκής αναβολή, ένα σχέδιο για αργότερα που δεν συναντά ποτέ το τώρα.
Μην νομίζεις ότι είναι απλώς επιλογή. Είναι άμυνα. Είναι η προσπάθεια να αποφύγεις την απώλεια ελέγχοντας το πότε θα ζήσεις. Είναι η ψευδαίσθηση ότι μπορείς να διατηρήσεις κάτι άθικτο αν δεν το αγγίξεις. Μόνο που η ζωή δεν χαλάει μόνο όταν τη χρησιμοποιείς. Φθείρεται και όταν τη φυλάς.
Η ψυχή δεν λειτουργεί με αποθήκευση. Δεν μπορείς να πεις «θα ζήσω μετά αυτά που δεν έζησα τώρα». Ότι δεν βιώνεται την ώρα που σου αναλογεί, δεν μένει σε αναμονή. Χάνεται ή μετατρέπεται σε ένα αδιόρατο βάρος, σε εκείνο το «κάτι» που νιώθεις ότι σου λείπει χωρίς να μπορείς να το ονομάσεις. Η αλλαγή δεν έρχεται συνήθως από μια θεωρητική κατανόηση. Έρχεται όταν νιώσεις την ειρωνεία στο σώμα σου. Όταν δεις ότι κράτησες κάτι τέλειο… και ταυτόχρονα το έχασες. Όταν καταλάβεις ότι η υπερβολική προνοητικότητα δεν σε προστάτευσε, σε απομάκρυνε από το βίωμα.
Και τότε αρχίζει μια άλλη στάση ζωής, πιο αληθινή και λιγότερο ελεγχόμενη. Όχι το «τα καίω όλα» της παρορμητικότητας, αλλά το «ζω όσο μπορώ αυτό που έχω τώρα» της συνειδητότητας. Στο τέλος δεν μετράει τι κράτησες άθικτο. Μετράει τι τόλμησες να χρησιμοποιήσεις, να φθείρεις, να ζήσεις.
Αυτο που δεν άνοιξες ποτέ… δεν ήταν απλώς ένα κουτί. Ήταν ένα κομμάτι της ζωής σου….που έμεινε άθικτο.
Ευάγγελος Ορφανιδης κλινικός ψυχολόγος