Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας

  • Home
  • Greece
  • Athens
  • Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας

Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας Contact information, map and directions, contact form, opening hours, services, ratings, photos, videos and announcements from Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας, Mental Health Service, Καρνεάδου 37, Κολωνάκι, Athens.

Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία

Η διαδικασία στηρίζεται στην δυνατότητα σκέψης και εκφοράς λόγου. Η επικοινωνία αφορά αποκλειστικά, αιτήματα, που μπορούν να διατυπωθούν με σαφήνεια και αφορούν τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Βραχεία και μακροχρόνια ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Αναλαμβάνονται περιπτώσεις αγχωδών διαταραχων, καταθλιπτικών αντιδράσεων, φοβικής συμπτωματολογίας, κρίσεων πανικού, ανορεξίας-βουλιμίας, ψυχοσωματικων εκδηλώσεων, παρατεταμένης μελαγχολίας, ψυχώσεων, διαταραχων της προσωπικότητας όπως υστερική, αποφευκτική, σχιζοειδής, σχιζότυπη, αντικοινωνική, οριακή, Ιδεοψυχαναγκαστική, παθητικοεπιθετική, κτλ Επίσης αναλαμβάνεται θεραπεία διαζυγίου, διαχείριση θυμού - εκρήξεων, αντιμετώπιση διαταραχης μετατραυματικού stress, κτλ.

22/03/2026

Η στιγμή πριν από την έναρξη της θεραπείας και η σημασία της αβεβαιότητας

Οι περισσότεροι άνθρωποι φαντάζονται ότι η απόφαση να ξεκινήσει κανείς ψυχοθεραπεία προκύπτει όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος. Στην κλινική εμπειρία, όμως, η έναρξη δεν συνδέεται τόσο με την ένταση της δυσφορίας όσο με μια λιγότερο ορατή μεταβολή: τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να περιμένει ότι η δυσκολία του μπορεί να λυθεί χωρίς εσωτερική μετακίνηση.

Η μεταβολή αυτή δεν είναι συνειδητή διατύπωση ούτε αποτέλεσμα λογικής σκέψης. Εμφανίζεται ως μια αδιόρατη αλλαγή στάσης απέναντι στο ίδιο το πρόβλημα. Μέχρι τότε, το υποκείμενο αναζητά κατανόηση με τρόπο που διατηρεί ανέπαφη τη βασική οργάνωση του εαυτού του. Επιθυμεί ανακούφιση, αλλά χωρίς να διακινδυνεύσει τη συνοχή των ψυχικών του βεβαιοτήτων. Η θεραπεία φαντάζεται ως τόπος όπου κάτι θα εξηγηθεί, θα διορθωθεί ή θα ηρεμήσει.

Η φαντασίωση αυτή δεν είναι αφελής· αποτελεί αναγκαία άμυνα. Ο ψυχισμός προστατεύεται από την ιδέα ότι η αλλαγή ενδέχεται να συνεπάγεται απώλεια — απώλεια τρόπων σκέψης, σχέσεων, ακόμη και εικόνων του εαυτού που, παρότι επώδυνες, προσφέρουν σταθερότητα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο άνθρωπος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα χωρίς να εγκαταλείψει το πλαίσιο μέσα στο οποίο το πρόβλημα δημιουργείται.

Κάποια στιγμή, ωστόσο, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Όχι απαραίτητα μια κρίση, αλλά μια κόπωση της επανάληψης. Το ίδιο μοτίβο επιστρέφει με διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικές περιστάσεις, αλλά με παρόμοιο αποτέλεσμα. Η εμπειρία αρχίζει να χάνει τη δυνατότητα να εξηγηθεί ως σύμπτωση. Εκεί εμφανίζεται μια πρώτη ρωγμή: η υποψία ότι η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στις συνθήκες, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με αυτές.

Αυτή η υποψία είναι ήδη μια μορφή παραίτησης — όχι από την ελπίδα, αλλά από την προσδοκία της εύκολης λύσης. Ο άνθρωπος δεν εγκαταλείπει την επιθυμία να νιώσει καλύτερα· εγκαταλείπει την ιδέα ότι μπορεί να το πετύχει χωρίς να συναντήσει κάτι άγνωστο μέσα του. Στην ψυχαναλυτική οπτική, η στιγμή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί σηματοδοτεί την πρώτη αποδυνάμωση της παντοδυναμίας του Εγώ. Μέχρι τότε, η δυσκολία βιώνεται ως κάτι που πρέπει να ελεγχθεί ή να εξαλειφθεί. Μετά, αρχίζει να γίνεται ανεκτή ως κάτι που χρειάζεται να κατανοηθεί, ακόμη κι αν η κατανόηση αυτή δεν είναι άμεση ούτε καθησυχαστική.

Η απόφαση για θεραπεία συχνά συνοδεύεται από αμφιβολία. Παράδοξα, αυτή η αμφιβολία αποτελεί πιο σταθερό δείκτη ετοιμότητας από τη βεβαιότητα. Όταν κάποιος είναι απολύτως βέβαιος ότι «πρέπει απλώς να βρει τη σωστή λύση», η θεραπεία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αναζήτηση επιβεβαίωσης. Όταν όμως υπάρχει δισταγμός, σημαίνει ότι ο ψυχισμός έχει ήδη αναγνωρίσει — έστω αμυδρά — ότι η διαδικασία θα τον φέρει αντιμέτωπο με πλευρές που δεν ελέγχει.

Η πρώτη συνάντηση δεν είναι λοιπόν αρχή αλλαγής, αλλά συνέχεια μιας εσωτερικής διεργασίας που έχει ήδη ξεκινήσει. Ο θεραπευτής δεν δημιουργεί αυτή τη μετατόπιση· τη συναντά. Αυτό που εγκαθίσταται σταδιακά είναι μια σχέση όπου η δυσκολία δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να γίνει ανεκτή. Αντί να αναζητείται άμεση λύση, δημιουργείται χώρος παρατήρησης της εμπειρίας. Η διαδικασία αυτή δεν είναι γραμμική. Συχνά ο θεραπευόμενος επιστρέφει στην επιθυμία γρήγορης ανακούφισης, απογοητεύεται, αμφισβητεί τη διαδικασία ή τον ίδιο τον θεραπευτή. Αυτές οι κινήσεις δεν αποτελούν εμπόδια αλλά εκφράσεις της σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη αλλαγής και στην ανάγκη διατήρησης του γνώριμου ψυχικού οργανισμού. Η θεραπεία προχωρά όχι όταν εξαφανίζονται οι αντιστάσεις, αλλά όταν μπορούν να γίνουν αντικείμενο σκέψης μέσα στη σχέση.

Σταδιακά, κάτι μεταβάλλεται: η δυσφορία παύει να βιώνεται αποκλειστικά ως πρόβλημα προς επίλυση και αρχίζει να λειτουργεί ως φορέας νοήματος. Το υποκείμενο αναγνωρίζει ότι οι επαναλήψεις δεν είναι απλώς ατυχίες αλλά τρόποι με τους οποίους ο ψυχισμός επιχειρεί να διατηρήσει συνοχή. Εκεί, η αλλαγή δεν εμφανίζεται ως επιβολή νέας συμπεριφοράς αλλά ως διαφοροποίηση της εμπειρίας του εαυτού μέσα στη σχέση με τον άλλον.
Η θεραπεία δεν καταργεί την ανθρώπινη αβεβαιότητα ούτε εξαλείφει την ευαλωτότητα που συνοδεύει κάθε δεσμό. Προσφέρει όμως τη δυνατότητα να υπάρξει σχέση χωρίς την ανάγκη συνεχούς άμυνας απέναντι στην απώλεια ή την εξάρτηση. Όταν αυτό γίνεται ανεκτό, η επιθυμία για εύκολη λύση χάνει σταδιακά την έντασή της — όχι επειδή ο άνθρωπος παραιτείται από την αλλαγή, αλλά επειδή αρχίζει να την αντιλαμβάνεται ως διαδικασία που απαιτεί χρόνο, παρουσία και αντοχή. Η στιγμή πριν από την έναρξη της θεραπείας είναι λοιπόν ήδη μέρος της θεραπείας. Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος, συχνά χωρίς να το γνωρίζει, έχει αποδεχτεί ότι η κατανόηση του εαυτού δεν θα προκύψει από μια απάντηση, αλλά από μια σχέση που θα αντέξει να μείνει ανοιχτή όσο το νόημα ακόμη διαμορφώνεται.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

Έχετε υπόψιν

Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.

Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.

Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)

Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.

Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.

© Μιχάλης Πατεράκης

Reposting Policy (EN)

All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.

Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.

© Michalis Paterakis

Politique de Republipostage (FR)

Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.

Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.

© Michalis Paterakis

Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)

Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.

Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.

© Michalis Paterakis

Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.

Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.

L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».

Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.

Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.

Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.

L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.

Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.

Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.

Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.

Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.

15/03/2026

Γιατί η σταθερότητα δεν αρκεί πάντα

Η σταθερότητα καταλαμβάνει στη σύγχρονη ψυχική οικονομία τη θέση ενός σιωπηρού ιδεώδους. Παρουσιάζεται ως ο τελικός σκοπός μιας πορείας ωρίμανσης: η οργάνωση της ζωής σε προβλέψιμες μορφές, η εξασφάλιση συνέχειας στις σχέσεις, η απομάκρυνση της αβεβαιότητας. Η πολιτισμική αφήγηση υπονοεί ότι η ψυχική ισορροπία θα προκύψει όταν οι εξωτερικές συνθήκες σταθεροποιηθούν. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία και η ψυχαναλυτική θεωρία δείχνουν επανειλημμένα ότι η επίτευξη σταθερότητας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ψυχική ηρεμία· αντιθέτως, συχνά αποτελεί το σημείο όπου αναδύονται νέα ερωτήματα.

Η φροϋδική σκέψη ήδη από τις πρώτες της διατυπώσεις αμφισβήτησε την ιδέα ότι η ψυχική ζωή διέπεται αποκλειστικά από την επιδίωξη ευχαρίστησης και αποφόρτισης της έντασης. Η έννοια της ενόρμησης εισάγει μια δυναμική που δεν εξαντλείται στη μείωση της δυσφορίας. Οι ενορμητικές κινήσεις δεν κατευθύνονται απλώς προς την ηρεμία αλλά προς τη διατήρηση μιας εσωτερικής κίνησης, ακόμη και όταν αυτή συνεπάγεται σύγκρουση. Από αυτή την οπτική, η πλήρης σταθεροποίηση των εξωτερικών συνθηκών δεν καταργεί την ψυχική ένταση· απλώς την καθιστά περισσότερο ορατή.

Η πορεία προς τη σταθερότητα οργανώνει συχνά την υποκειμενική αφήγηση γύρω από στόχους: επίτευξη, ασφάλεια, κοινωνική ή συναισθηματική εγκαθίδρυση. Η επιθυμία συνδέεται τότε με την προσδοκία ενός μελλοντικού σημείου ολοκλήρωσης. Όταν όμως αυτό το σημείο επιτευχθεί, η απουσία νέας κατεύθυνσης αφήνει χώρο για αναστοχασμό. Η παύση της εξωτερικής προσπάθειας επιτρέπει την εμφάνιση ενός ερωτήματος που προηγουμένως καλυπτόταν από την κίνηση προς τα εμπρός: κατά πόσο η διαδρομή ταυτίζεται με την επιθυμία του υποκειμένου.

Η λακανική θεωρία προσφέρει εδώ μια κρίσιμη μετατόπιση. Η επιθυμία δεν ορίζεται ως ανάγκη που μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω ενός αντικειμένου αλλά ως σχέση με μια θεμελιώδη έλλειψη, δομική και μη εξαλείψιμη. Η σταθερότητα λειτουργεί συχνά ως φαντασιακή υπόσχεση πλήρωσης αυτής της έλλειψης. Όταν όμως η έλλειψη επιμένει παρά την επίτευξη σταθερών μορφών ζωής, αποκαλύπτεται η ασυμβατότητα ανάμεσα στο φαντασιακό ιδεώδες της ολοκλήρωσης και στη δομική φύση της επιθυμίας.

Παράλληλα, η έννοια της προσαρμογής, όπως αναπτύχθηκε από τον Winnicott, φωτίζει έναν διαφορετικό άξονα του προβλήματος. Η συγκρότηση ενός λειτουργικού εαυτού προϋποθέτει την ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Η διαδικασία αυτή είναι αναγκαία για την ανάπτυξη και τη διατήρηση των σχέσεων. Ωστόσο, όταν η προσαρμογή γίνεται κυρίαρχος τρόπος ύπαρξης, ενδέχεται να δημιουργήσει μια μορφή ζωής σταθερή αλλά απομακρυσμένη από την εμπειρία αυθεντικότητας. Η σταθερότητα τότε δεν εκφράζει εσωτερική συνοχή αλλά επιτυχημένη συμμόρφωση.

Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η απουσία συγκρούσεων δεν ταυτίζεται με ψυχική ζωντάνια. Η σύγκρουση αποτελεί συστατικό στοιχείο της υποκειμενικότητας, καθώς διατηρεί ενεργή τη σχέση με την επιθυμία και τη διαφοροποίηση. Όταν η ζωή οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από προβλεψιμότητα και ισορροπία, η ένταση που κινητοποιεί τη σκέψη και την επιθυμία μπορεί να μειωθεί. Η εμπειρία που προκύπτει δεν είναι απαραίτητα δυσφορία με κλινική έννοια αλλά μια μορφή εσωτερικής ακινησίας.

Σε αυτό το σημείο η δυσφορία που εμφανίζεται δεν πρέπει να νοηθεί ως αποτυχία της σταθερότητας αλλά ως ένδειξη μεταβολής στο επίπεδο της υποκειμενικής σημασίας. Η παύση των εξωτερικών αναγκαιοτήτων επιτρέπει την ανάδυση στοιχείων της ψυχικής ζωής που προηγουμένως παρέμεναν μη συμβολοποιημένα. Η ψυχανάλυση αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή όχι ως πρόβλημα προς άμεση επίλυση αλλά ως ευκαιρία επαναδιατύπωσης της σχέσης του υποκειμένου με την ιστορία και την επιθυμία του.

Η συχνή τάση να αναζητηθεί εκ νέου ένταση μέσω διαδοχικών αλλαγών — νέων στόχων, νέων σχεδίων ή νέων μορφών δραστηριότητας — μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια αποφυγής αυτής της αναμέτρησης. Η επανάληψη της κίνησης διατηρεί την ψευδαίσθηση προόδου χωρίς να αγγίζει το ερώτημα που αναδύεται. Έτσι, η σταθερότητα δεν αίρεται αλλά παρακάμπτεται, ενώ το υποκείμενο παραμένει σε μια διαρκή μετατόπιση χωρίς ουσιαστική επεξεργασία.

Τελικά, η σταθερότητα αποκαλύπτει τα όρια της ταύτισης ανάμεσα στη βιογραφική επιτυχία και στην υποκειμενική εμπειρία. Η ταυτότητα που συγκροτήθηκε μέσα από ιστορικά αναγκαίες επιλογές ενδέχεται να μην εξαντλεί το σύνολο της επιθυμίας. Όταν οι εξωτερικές απαιτήσεις μειώνονται, γίνεται δυνατό να εμφανιστεί η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που οικοδομήθηκε και σε αυτό που παραμένει ανοιχτό.

Υπό αυτή την έννοια, η σταθερότητα δεν αποτελεί το τέλος της ψυχικής διαδρομής αλλά ένα μεταίχμιο. Εκεί όπου η ζωή παύει να καθορίζεται από την ανάγκη επιβίωσης ή επίτευξης, αναδύεται το ερώτημα της επιθυμίας με μεγαλύτερη καθαρότητα. Και ίσως ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη, όπου τίποτα δεν πιέζει εξωτερικά για αλλαγή, να γίνεται για πρώτη φορά αισθητό ότι το ουσιώδες ερώτημα δεν αφορά το πώς θα σταθεροποιηθεί η ζωή, αλλά τι ζητά ακόμη να ειπωθεί μέσα σε μια ζωή ήδη σταθερή.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

Έχετε υπόψιν

Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.

Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.

Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)

Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.

Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.

© Μιχάλης Πατεράκης

Reposting Policy (EN)

All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.

Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.

© Michalis Paterakis

Politique de Republipostage (FR)

Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.

Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.

© Michalis Paterakis

Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)

Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.

Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.

© Michalis Paterakis

Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.

Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.

L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».

Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.

Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.

Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.

L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.

Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.

Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.

Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.

Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.

13/03/2026

Η Ενδοσκοπική Διαθεσιμότητα και η Δέσμευση στη Διαδικασία:
Δύο Θεμελιώδεις Συνθήκες για την Είσοδο σε ένα Ψυχαναλυτικό Πλαίσιο

Η ψυχαναλυτική εργασία δεν αποτελεί μια τεχνική διαχείρισης δυσφορίας ούτε μια διαδικασία ταχείας ανακούφισης από συμπτώματα. Πρόκειται για μια μακρόχρονη διερεύνηση της εσωτερικής ζωής του υποκειμένου, του τρόπου με τον οποίο οργανώνονται οι συγκρούσεις, οι επιθυμίες και οι επαναλαμβανόμενες μορφές σχέσης. Για να καταστεί δυνατή αυτή η εργασία, απαιτούνται δύο βασικές ψυχικές προϋποθέσεις: η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα και η δέσμευση στη διαδικασία. Χωρίς αυτές, το ψυχαναλυτικό πλαίσιο δυσκολεύεται να εγκαθιδρυθεί και η εργασία συχνά παραμένει επιφανειακή ή αποδιοργανώνεται.

Η έννοια της ενδοσκοπικής διαθεσιμότητας

Η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα δεν ταυτίζεται με την απλή επιθυμία να μιλήσει κανείς για τα προβλήματά του. Πρόκειται για μια βαθύτερη ψυχική στάση που επιτρέπει στο άτομο να στραφεί προς τα μέσα και να αντέξει την αβεβαιότητα που συνοδεύει την ανακάλυψη του εσωτερικού του κόσμου.

Στην ψυχαναλυτική διαδικασία, το άτομο καλείται να μιλήσει χωρίς αυστηρή λογοκρισία, επιτρέποντας στις σκέψεις, στις φαντασιώσεις και στις αναμνήσεις να εμφανιστούν χωρίς να οργανώνονται εκ των προτέρων σε μια συνεκτική αφήγηση. Αυτός ο τρόπος λόγου – ο ελεύθερος συνειρμός – απαιτεί μια συγκεκριμένη ψυχική ανοχή: την ικανότητα να παρατηρεί κανείς τις ίδιες του τις σκέψεις χωρίς να τις απορρίπτει αμέσως ως ασήμαντες, παράλογες ή απειλητικές.

Η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα συνεπάγεται επίσης μια σχετική χαλάρωση των αμυντικών μηχανισμών. Οι άμυνες του Εγώ έχουν ως λειτουργία να προστατεύουν το άτομο από συγκρούσεις και συναισθήματα που υπερβαίνουν την αντοχή του. Όταν όμως αυτές οι άμυνες λειτουργούν με μεγάλη ακαμψία, η πρόσβαση στο ασυνείδητο υλικό περιορίζεται σημαντικά. Η ψυχαναλυτική εργασία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ψυχικού χώρου όπου οι άμυνες μπορούν προσωρινά να χαλαρώσουν, επιτρέποντας την ανάδυση υλικού που μέχρι τότε παρέμενε αποσπασματικό ή απωθημένο.

Επιπλέον, η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα συνδέεται με την ικανότητα του ατόμου να παρατηρεί τις αντιδράσεις του μέσα στη θεραπευτική σχέση. Οι συναισθηματικές κινήσεις προς τον αναλυτή – οι οποίες περιγράφονται με τον όρο μεταβίβαση – αποτελούν κεντρικό πεδίο εργασίας στην ψυχανάλυση. Για να μπορέσει το άτομο να εργαστεί πάνω σε αυτές τις κινήσεις, χρειάζεται να αντέχει την εμπειρία ότι τα συναισθήματά του προς τον αναλυτή δεν είναι πάντα άμεσα κατανοητά ούτε πλήρως ελεγχόμενα.

Η δέσμευση στη διαδικασία

Αν η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα αφορά την εσωτερική στάση του ατόμου, η δέσμευση στη διαδικασία αφορά τη σχέση του με το ίδιο το θεραπευτικό πλαίσιο.

Η ψυχαναλυτική εργασία εξελίσσεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: σταθερή συχνότητα συνεδριών, καθορισμένη χρονική διάρκεια συνεδριών, και μια σχέση που βασίζεται στη συνέπεια και στην επανάληψη. Αυτές οι συνθήκες δεν αποτελούν απλώς οργανωτικές λεπτομέρειες αλλά δομικά στοιχεία της θεραπευτικής διαδικασίας. Η σταθερότητα του πλαισίου επιτρέπει την ανάπτυξη της μεταβίβασης και δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να αναδυθεί το ασυνείδητο υλικό.

Η δέσμευση στη διαδικασία σημαίνει ότι το άτομο αποδέχεται αυτή τη δομή και παραμένει μέσα σε αυτή ακόμη και όταν η εμπειρία γίνεται δύσκολη. Στην πορεία μιας ψυχαναλυτικής εργασίας εμφανίζονται συχνά περίοδοι αμφιβολίας, αντίστασης ή απογοήτευσης. Αυτές οι εμπειρίες δεν αποτελούν παρεκκλίσεις από τη διαδικασία αλλά μέρος της ίδιας της εργασίας. Η δυνατότητα να παραμείνει κανείς μέσα σε αυτές τις φάσεις χωρίς να διακόψει τη διαδικασία αποτελεί βασικό δείκτη δέσμευσης.

Η δέσμευση δεν αφορά μόνο τη χρονική διάρκεια της θεραπείας αλλά και τη στάση του ατόμου απέναντι στην ίδια την εξερεύνηση. Σημαίνει ότι το άτομο είναι πρόθυμο να εξετάσει πτυχές του εαυτού του που μπορεί να είναι δυσάρεστες ή να αντιβαίνουν στην εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Σημαίνει επίσης ότι αναγνωρίζει πως η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται μέσω άμεσων συμβουλών ή εξωτερικών οδηγιών αλλά μέσω μιας σταδιακής αναδιοργάνωσης της ψυχικής εμπειρίας.

Η αλληλεπίδραση των δύο παραγόντων

Η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα και η δέσμευση στη διαδικασία δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Αντίθετα, ενισχύουν η μία την άλλη.

Η ενδοσκοπική στάση επιτρέπει στο άτομο να αξιοποιήσει το θεραπευτικό πλαίσιο, ενώ η δέσμευση στο πλαίσιο δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να εμβαθυνθεί η ενδοσκόπηση. Όταν ένα από τα δύο στοιχεία απουσιάζει, η διαδικασία δυσκολεύεται να αναπτυχθεί. Χωρίς ενδοσκοπική διαθεσιμότητα, η θεραπεία κινδυνεύει να περιοριστεί σε περιγραφές εξωτερικών γεγονότων. Χωρίς δέσμευση στο πλαίσιο, η εργασία διακόπτεται πριν μπορέσουν να αναδυθούν οι βαθύτερες συγκρούσεις.

Η ψυχαναλυτική λοιπόν εργασία δεν απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους ούτε σε όλες τις φάσεις της ζωής. Απαιτεί μια συγκεκριμένη ψυχική ετοιμότητα. Η ενδοσκοπική διαθεσιμότητα επιτρέπει στο άτομο να στραφεί προς τον εσωτερικό του κόσμο και να παρατηρήσει τις κινήσεις του ασυνειδήτου. Η δέσμευση στη διαδικασία διασφαλίζει ότι αυτή η διερεύνηση μπορεί να συνεχιστεί μέσα στον χρόνο, ακόμη και όταν η εμπειρία γίνεται δύσκολη.

Όταν αυτές οι δύο συνθήκες συνυπάρχουν, το ψυχαναλυτικό πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος όπου το υποκείμενο αναμετριέται με τις συγκρούσεις του και αποκτά μια βαθύτερη κατανόηση της ίδιας του της ψυχικής ζωής.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

08/03/2026

Αντίρροπες Ορμικές Διαδικασίες Μέσα Στον Θρήνο

Η διττή φύση του θρήνου δεν αφορά απλώς την απώλεια ενός αντικειμένου αλλά την ταυτόχρονη ενεργοποίηση δύο αντιθετικών κατευθύνσεων της ψυχικής ζωής.

Από τη μία, εμφανίζεται μια έλξη προς τη συγχωνευτική αποβίωση, μια τάση επαναπροσέγγισης με το χαμένο αντικείμενο μέσα από την απόσυρση της επένδυσης από τον εξωτερικό κόσμο. Από την άλλη, ο οργανισμός — ψυχικός και σωματικός — κινητοποιεί διαδικασίες διατήρησης, προσαρμογής και συνέχειας. Ο θρήνος, επομένως, δεν είναι μόνο εργασία αποχωρισμού αλλά πεδίο σύγκρουσης μεταξύ αντίρροπων ορμικών και οργανωτικών τάσεων.

Η φροϋδική σύλληψη του πένθους ήδη υποδεικνύει ότι η αποεπένδυση της λιβιδινικής ενέργειας από το χαμένο αντικείμενο δεν συντελείται γραμμικά. Η επιμονή της ψυχής να επανέρχεται στο αντικείμενο, μέσω αναμνήσεων, φαντασιώσεων ή ακόμη και σωματοποιημένων εμπειριών, δείχνει ότι ένα μέρος του Εγώ αντιστέκεται στην αναγνώριση της απώλειας. Αυτή η αντίσταση δεν είναι παθολογική καθαυτή· αποτελεί έκφραση της επιθυμίας διατήρησης μιας πρωτογενούς σχέσης που είχε οργανωτική λειτουργία για την ψυχική συνοχή.

Η συγχωνευτική διάσταση του θρήνου συχνά εκδηλώνεται ως επιθυμία ακινησίας: μείωση ενδιαφερόντων, αναστολή σχεδίων, περιορισμός επαφών. Κλινικά, αυτό μπορεί να παρερμηνευθεί ως απλή καταθλιπτική απόσυρση. Ωστόσο, σε βαθύτερο επίπεδο πρόκειται για μια προσπάθεια προσωρινής αναστολής της διαφοροποίησης μεταξύ Εγώ και αντικειμένου. Το υποκείμενο επιχειρεί να διατηρήσει μια μορφή ψυχικής συγκατοίκησης με το χαμένο πρόσωπο, έστω και μέσα από την απουσία.

Παράλληλα όμως, ο ζωντανός οργανισμός δεν παύει να απαιτεί συνέχιση. Βιολογικές ρυθμίσεις, καθημερινές ανάγκες, σχέσεις και χρονικότητα ασκούν πίεση προς επανεπένδυση της πραγματικότητας. Η ζωή, με την έννοια της αυτοσυντήρησης, εισάγει μια αντίρροπη δυναμική: το υποκείμενο καλείται να κινηθεί, ακόμη και όταν ένα μέρος του επιθυμεί να παραμείνει προσκολλημένο στην απώλεια. Αυτή η ένταση δεν λύνεται αλλά διαχειρίζεται.

Στην κλινική πράξη, η ταυτόχρονη παρουσία αυτών των δύο τάσεων εμφανίζεται ως εναλλαγή στιγμών σχετικής ζωτικότητας και βαθιάς καθήλωσης. Ο αναλυόμενος μπορεί να περιγράφει περιόδους λειτουργικότητας που ακολουθούνται από έντονη ενοχή ή αίσθηση προδοσίας προς το χαμένο αντικείμενο. Η επαναφορά της επιθυμίας για ζωή βιώνεται συχνά ως εγκατάλειψη του νεκρού, αποκαλύπτοντας την ασυνείδητη σύνδεση μεταξύ αγάπης και παραμονής στην απώλεια.

Η έννοια της συγχωνευτικής αποβίωσης συνδέεται εδώ με τη λειτουργία της ενόρμησης θανάτου, όχι ως κυριολεκτική επιθυμία ανυπαρξίας αλλά ως τάση μείωσης της έντασης και επιστροφής σε μια κατάσταση χωρίς διαφοροποίηση. Ο θρήνος ενεργοποιεί αυτή τη διάσταση επειδή η απώλεια διαρρηγνύει μια ήδη εγκατεστημένη μορφή ψυχικής ισορροπίας. Η επιστροφή στο «πριν» φαντασιώνεται ως λύση, ακόμη κι αν είναι ανέφικτη.

Ταυτόχρονα, η ενόρμηση ζωής εκφράζεται μέσω μικρών, συχνά ανεπαίσθητων επενδύσεων: ενδιαφέρον για μια συζήτηση, φροντίδα του σώματος, επανεμφάνιση περιέργειας. Αυτές οι κινήσεις δεν αναιρούν τον θρήνο· συνυπάρχουν με αυτόν. Η εξέλιξη της πένθιμης διεργασίας δεν προκύπτει από την επικράτηση της μίας τάσης αλλά από τη δυνατότητα ψυχικής ανοχής της σύγκρουσης μεταξύ τους.

Σημαντικό κλινικό σημείο αποτελεί το ότι η υπερβολική επιτάχυνση προς «επιστροφή στη ζωή» μπορεί να λειτουργήσει εξίσου αμυντικά με την παρατεταμένη καθήλωση. Όταν η ανάγκη λειτουργικότητας ακυρώνει τη συγχωνευτική επιθυμία, το πένθος συχνά μετατοπίζεται σε σωματικά ή αγχώδη συμπτώματα. Η ψυχή απαιτεί χρόνο ώστε να αναδιοργανώσει τις εσωτερικές αναπαραστάσεις χωρίς βίαιη αποκοπή.

Η αναλυτική εργασία δεν στοχεύει στην απομάκρυνση του δεσμού με το χαμένο αντικείμενο αλλά στη μεταμόρφωσή του. Το αντικείμενο παύει σταδιακά να απαιτεί ψυχική ακινησία και ενσωματώνεται ως εσωτερική παρουσία που δεν αναστέλλει τη ζωή. Πρόκειται για μετάβαση από τη συγχωνευτική ταύτιση σε μια μορφή εσωτερικευμένης σχέσης που επιτρέπει διαφοροποίηση.

Έτσι, η διττή φύση του θρήνου αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλήθεια της ψυχικής οικονομίας: η επιθυμία να παραμείνουμε με αυτό που χάθηκε και η ανάγκη να συνεχίσουμε να ζούμε δεν είναι αντιφάσεις προς επίλυση αλλά συνθήκες που πρέπει να συνυπάρξουν. Ο θρήνος ολοκληρώνεται όχι όταν η απώλεια ξεπεραστεί, αλλά όταν το υποκείμενο μπορεί να ζει χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει εσωτερικά αυτό που αγάπησε.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

Address

Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Athens
10676

Opening Hours

Monday 16:00 - 22:00
Tuesday 16:00 - 22:00
Wednesday 16:00 - 22:00
Thursday 16:00 - 22:00
Friday 16:00 - 22:00

Telephone

+302117151801

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Share

Share on Facebook Share on Twitter Share on LinkedIn
Share on Pinterest Share on Reddit Share via Email
Share on WhatsApp Share on Instagram Share on Telegram

Our Story

Τα σημαντικά πράγματα στη ζωή κρύβονται στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Αυτές τις σχέσεις διερευνούμε στην θεραπεία. Σε ένα ασφαλές και έμπιστο περιβάλλον με τη βοήθεια του εξειδικευμένου ψυχοθεραπευτή. Με ευαισθησία και κατανόηση. Έτσι μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα και να ευχαριστηθούμε τη ζωή. Να δώσουμε και να πάρουμε χαρά. Να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας.