22/03/2026
Η στιγμή πριν από την έναρξη της θεραπείας και η σημασία της αβεβαιότητας
Οι περισσότεροι άνθρωποι φαντάζονται ότι η απόφαση να ξεκινήσει κανείς ψυχοθεραπεία προκύπτει όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος. Στην κλινική εμπειρία, όμως, η έναρξη δεν συνδέεται τόσο με την ένταση της δυσφορίας όσο με μια λιγότερο ορατή μεταβολή: τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να περιμένει ότι η δυσκολία του μπορεί να λυθεί χωρίς εσωτερική μετακίνηση.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι συνειδητή διατύπωση ούτε αποτέλεσμα λογικής σκέψης. Εμφανίζεται ως μια αδιόρατη αλλαγή στάσης απέναντι στο ίδιο το πρόβλημα. Μέχρι τότε, το υποκείμενο αναζητά κατανόηση με τρόπο που διατηρεί ανέπαφη τη βασική οργάνωση του εαυτού του. Επιθυμεί ανακούφιση, αλλά χωρίς να διακινδυνεύσει τη συνοχή των ψυχικών του βεβαιοτήτων. Η θεραπεία φαντάζεται ως τόπος όπου κάτι θα εξηγηθεί, θα διορθωθεί ή θα ηρεμήσει.
Η φαντασίωση αυτή δεν είναι αφελής· αποτελεί αναγκαία άμυνα. Ο ψυχισμός προστατεύεται από την ιδέα ότι η αλλαγή ενδέχεται να συνεπάγεται απώλεια — απώλεια τρόπων σκέψης, σχέσεων, ακόμη και εικόνων του εαυτού που, παρότι επώδυνες, προσφέρουν σταθερότητα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο άνθρωπος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα χωρίς να εγκαταλείψει το πλαίσιο μέσα στο οποίο το πρόβλημα δημιουργείται.
Κάποια στιγμή, ωστόσο, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Όχι απαραίτητα μια κρίση, αλλά μια κόπωση της επανάληψης. Το ίδιο μοτίβο επιστρέφει με διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικές περιστάσεις, αλλά με παρόμοιο αποτέλεσμα. Η εμπειρία αρχίζει να χάνει τη δυνατότητα να εξηγηθεί ως σύμπτωση. Εκεί εμφανίζεται μια πρώτη ρωγμή: η υποψία ότι η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στις συνθήκες, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με αυτές.
Αυτή η υποψία είναι ήδη μια μορφή παραίτησης — όχι από την ελπίδα, αλλά από την προσδοκία της εύκολης λύσης. Ο άνθρωπος δεν εγκαταλείπει την επιθυμία να νιώσει καλύτερα· εγκαταλείπει την ιδέα ότι μπορεί να το πετύχει χωρίς να συναντήσει κάτι άγνωστο μέσα του. Στην ψυχαναλυτική οπτική, η στιγμή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί σηματοδοτεί την πρώτη αποδυνάμωση της παντοδυναμίας του Εγώ. Μέχρι τότε, η δυσκολία βιώνεται ως κάτι που πρέπει να ελεγχθεί ή να εξαλειφθεί. Μετά, αρχίζει να γίνεται ανεκτή ως κάτι που χρειάζεται να κατανοηθεί, ακόμη κι αν η κατανόηση αυτή δεν είναι άμεση ούτε καθησυχαστική.
Η απόφαση για θεραπεία συχνά συνοδεύεται από αμφιβολία. Παράδοξα, αυτή η αμφιβολία αποτελεί πιο σταθερό δείκτη ετοιμότητας από τη βεβαιότητα. Όταν κάποιος είναι απολύτως βέβαιος ότι «πρέπει απλώς να βρει τη σωστή λύση», η θεραπεία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αναζήτηση επιβεβαίωσης. Όταν όμως υπάρχει δισταγμός, σημαίνει ότι ο ψυχισμός έχει ήδη αναγνωρίσει — έστω αμυδρά — ότι η διαδικασία θα τον φέρει αντιμέτωπο με πλευρές που δεν ελέγχει.
Η πρώτη συνάντηση δεν είναι λοιπόν αρχή αλλαγής, αλλά συνέχεια μιας εσωτερικής διεργασίας που έχει ήδη ξεκινήσει. Ο θεραπευτής δεν δημιουργεί αυτή τη μετατόπιση· τη συναντά. Αυτό που εγκαθίσταται σταδιακά είναι μια σχέση όπου η δυσκολία δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να γίνει ανεκτή. Αντί να αναζητείται άμεση λύση, δημιουργείται χώρος παρατήρησης της εμπειρίας. Η διαδικασία αυτή δεν είναι γραμμική. Συχνά ο θεραπευόμενος επιστρέφει στην επιθυμία γρήγορης ανακούφισης, απογοητεύεται, αμφισβητεί τη διαδικασία ή τον ίδιο τον θεραπευτή. Αυτές οι κινήσεις δεν αποτελούν εμπόδια αλλά εκφράσεις της σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη αλλαγής και στην ανάγκη διατήρησης του γνώριμου ψυχικού οργανισμού. Η θεραπεία προχωρά όχι όταν εξαφανίζονται οι αντιστάσεις, αλλά όταν μπορούν να γίνουν αντικείμενο σκέψης μέσα στη σχέση.
Σταδιακά, κάτι μεταβάλλεται: η δυσφορία παύει να βιώνεται αποκλειστικά ως πρόβλημα προς επίλυση και αρχίζει να λειτουργεί ως φορέας νοήματος. Το υποκείμενο αναγνωρίζει ότι οι επαναλήψεις δεν είναι απλώς ατυχίες αλλά τρόποι με τους οποίους ο ψυχισμός επιχειρεί να διατηρήσει συνοχή. Εκεί, η αλλαγή δεν εμφανίζεται ως επιβολή νέας συμπεριφοράς αλλά ως διαφοροποίηση της εμπειρίας του εαυτού μέσα στη σχέση με τον άλλον.
Η θεραπεία δεν καταργεί την ανθρώπινη αβεβαιότητα ούτε εξαλείφει την ευαλωτότητα που συνοδεύει κάθε δεσμό. Προσφέρει όμως τη δυνατότητα να υπάρξει σχέση χωρίς την ανάγκη συνεχούς άμυνας απέναντι στην απώλεια ή την εξάρτηση. Όταν αυτό γίνεται ανεκτό, η επιθυμία για εύκολη λύση χάνει σταδιακά την έντασή της — όχι επειδή ο άνθρωπος παραιτείται από την αλλαγή, αλλά επειδή αρχίζει να την αντιλαμβάνεται ως διαδικασία που απαιτεί χρόνο, παρουσία και αντοχή. Η στιγμή πριν από την έναρξη της θεραπείας είναι λοιπόν ήδη μέρος της θεραπείας. Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος, συχνά χωρίς να το γνωρίζει, έχει αποδεχτεί ότι η κατανόηση του εαυτού δεν θα προκύψει από μια απάντηση, αλλά από μια σχέση που θα αντέξει να μείνει ανοιχτή όσο το νόημα ακόμη διαμορφώνεται.
© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK
📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Έχετε υπόψιν
Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.
Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.
Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)
Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.
Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.
© Μιχάλης Πατεράκης
Reposting Policy (EN)
All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.
Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.
© Michalis Paterakis
Politique de Republipostage (FR)
Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.
Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.
© Michalis Paterakis
Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)
Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.
Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.
© Michalis Paterakis
Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.
Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.
L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».
Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.
Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.
Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.
L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.
Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.
Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.
Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.
Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.