Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας

  • Home
  • Greece
  • Athens
  • Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας

Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας Contact information, map and directions, contact form, opening hours, services, ratings, photos, videos and announcements from Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας, Mental Health Service, Καρνεάδου 37, Κολωνάκι, Athens.

Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία

Η διαδικασία στηρίζεται στην δυνατότητα σκέψης και εκφοράς λόγου. Η επικοινωνία αφορά αποκλειστικά, αιτήματα, που μπορούν να διατυπωθούν με σαφήνεια και αφορούν τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Βραχεία και μακροχρόνια ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Αναλαμβάνονται περιπτώσεις αγχωδών διαταραχων, καταθλιπτικών αντιδράσεων, φοβικής συμπτωματολογίας, κρίσεων πανικού, ανορεξίας-βουλιμ

ίας, ψυχοσωματικων εκδηλώσεων, παρατεταμένης μελαγχολίας, ψυχώσεων, διαταραχων της προσωπικότητας όπως υστερική, αποφευκτική, σχιζοειδής, σχιζότυπη, αντικοινωνική, οριακή, Ιδεοψυχαναγκαστική, παθητικοεπιθετική, κτλ Επίσης αναλαμβάνεται θεραπεία διαζυγίου, διαχείριση θυμού - εκρήξεων, αντιμετώπιση διαταραχης μετατραυματικού stress, κτλ.

08/05/2026

Η σκέψη δεν είναι δεδομένη: για την προϋπόθεση του λόγου, την ανακάλυψη του ασυνειδήτου και τα όρια εισόδου στην ψυχαναλυτική εργασία.

GR I FR
Το άρθρο διατίθεται και εις την Γαλλικήν.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist

Η δυνατότητα του αναστοχασμού δεν συγκροτεί μια απλή ψυχική λειτουργία αλλά μια κατάκτηση που προϋποθέτει εσωτερική εργασία, χρόνο και μια συγκεκριμένη οργάνωση του ψυχικού οργάνου. Στην κλινική εμπειρία δεν εμφανίζεται ως δεδομένο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αλλά ως κάτι που άλλοτε υπάρχει, άλλοτε καταρρέει και άλλοτε δεν έχει καν συγκροτηθεί. Η σκέψη δεν είναι αυτονόητη, με την έννοια ότι η παρουσία λογικών λειτουργιών δεν ισοδυναμεί με την ικανότητα του υποκειμένου να στραφεί προς τον εαυτό του και να τον σκεφτεί. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι μετατοπίζει το ζήτημα από τη νοημοσύνη προς τη δομή της ψυχικής ζωής.

Η φροϋδική ανακάλυψη του ασυνειδήτου εισάγει μια ριζική τομή σε αυτή την κατανόηση. Δεν πρόκειται απλώς για μια προσθήκη περιεχομένου, αλλά για μια αναδιάταξη του ίδιου του πεδίου της σκέψης. Το υποκείμενο δεν ταυτίζεται πλέον με αυτό που γνωρίζει για τον εαυτό του. Αντιθέτως, αυτό που το καθορίζει λειτουργεί έξω από το πεδίο της συνειδητής πρόσβασης, σε μια διάσταση που εκδηλώνεται μέσα από παραδρομές, συμπτώματα, όνειρα και επαναλήψεις. Η σκέψη, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι κυρίαρχη αλλά διαμεσολαβημένη, και η δυνατότητα του αναστοχασμού συνδέεται με την ικανότητα του υποκειμένου να αντέξει αυτή τη μη κυριαρχία.

Στην πρώτη τοπική θεωρία, η διάκριση ανάμεσα στο συνειδητό, το προσυνειδητό και το ασυνείδητο προσφέρει έναν αρχικό χάρτη της ψυχικής λειτουργίας. Το ασυνείδητο δεν είναι απλώς αυτό που δεν γνωρίζεται, αλλά αυτό που έχει απωθηθεί και συνεχίζει να δρα. Η σκέψη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ενιαία αλλά διχασμένη. Υπάρχει μια σκέψη που εμφανίζεται και μια άλλη που αποκλείεται από την εμφάνιση, χωρίς όμως να παύει να επιδρά. Ο αναστοχασμός, επομένως, δεν αφορά μόνο την πρόσβαση σε περιεχόμενα, αλλά την αναγνώριση αυτού του διχασμού.

Με τη δεύτερη τοπική θεωρία, η έμφαση μετατοπίζεται από τις περιοχές στις λειτουργίες και στις σχέσεις μεταξύ των ψυχικών σχηματισμών. Το Εγώ, το Αυτό και το Υπερεγώ δεν συνιστούν απλώς νέα ονόματα, αλλά νέα κατανόηση της δυναμικής της σκέψης. Το Εγώ δεν είναι κυρίαρχο όργανο λογικής, αλλά μια κατασκευή που προσπαθεί να διαμεσολαβήσει ανάμεσα σε πιέσεις που το υπερβαίνουν. Η σκέψη εδώ εμφανίζεται ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης, σύγκρουσης και συμβιβασμού. Η δυνατότητα αναστοχασμού εξαρτάται από την αντοχή του Εγώ να διατηρήσει αυτή τη θέση χωρίς να καταρρεύσει σε άμυνες που ακυρώνουν την ίδια τη σκέψη.

Η απώθηση, ως θεμελιώδης μηχανισμός, δεν αποτελεί απλώς ένα εμπόδιο στην πρόσβαση του ασυνειδήτου, αλλά έναν τρόπο οργάνωσης της ψυχικής οικονομίας. Η σκέψη δεν αναπτύσσεται σε ένα ουδέτερο πεδίο, αλλά μέσα σε ένα σύστημα όπου ορισμένα περιεχόμενα αποκλείονται ενεργά. Ο αναστοχασμός, συνεπώς, προϋποθέτει τη μερική άρση αυτής της απώθησης, ή τουλάχιστον την αναγνώριση της λειτουργίας της. Δεν είναι μια διανοητική πράξη, αλλά μια διαδικασία που εμπλέκει το σύνολο της ψυχικής οικονομίας.

Η έννοια της ελεύθερης συνειρμικής διαδικασίας αναδεικνύει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η ψυχανάλυση προσεγγίζει τη σκέψη. Δεν πρόκειται για κατευθυνόμενη λογική επεξεργασία, αλλά για μια άρση της λογοκρισίας που επιτρέπει την εμφάνιση του υλικού όπως αυτό προκύπτει. Εκεί όπου η σκέψη φαίνεται να χάνει τη συνοχή της, αποκαλύπτεται μια άλλη μορφή οργάνωσης, η οποία δεν υπακούει στους κανόνες της συνειδητής λογικής. Ο αναστοχασμός, σε αυτό το επίπεδο, δεν είναι έλεγχος αλλά ανεκτικότητα προς το ανοργάνωτο.

Τα όνειρα αποτελούν το προνομιακό πεδίο όπου η σκέψη του ασυνειδήτου εκδηλώνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα. Η εργασία του ονείρου, μέσω της συμπύκνωσης και της μετατόπισης, μετασχηματίζει το λανθάνον περιεχόμενο σε έκδηλη μορφή. Η κατανόηση αυτής της διαδικασίας δεν προσφέρει απλώς πληροφορίες για το ασυνείδητο, αλλά μεταβάλλει την ίδια τη σχέση του υποκειμένου με τη σκέψη του. Ο αναστοχασμός εδώ αποκτά μια διάσταση ερμηνευτική, όπου το νόημα δεν δίνεται αλλά κατασκευάζεται.

Η μεταβίβαση εισάγει ένα ακόμη επίπεδο, στο οποίο η σκέψη δεν εμφανίζεται ως ατομική δραστηριότητα, αλλά ως σχέση. Το παρελθόν ενεργοποιείται στο παρόν όχι ως ανάμνηση, αλλά ως επανάληψη που βιώνεται. Η δυνατότητα να σκεφτεί κανείς αυτή την επανάληψη προϋποθέτει μια ιδιαίτερη μορφή αναστοχασμού, όπου το υποκείμενο δεν ταυτίζεται πλήρως με αυτό που βιώνει. Η σκέψη γίνεται εδώ εργαλείο αποστασιοποίησης χωρίς να χάνει την επαφή με το βίωμα.

Η μεγαλειώδης φύση της ανθρώπινης σκέψης δεν έγκειται στην ικανότητά της να επιλύει προβλήματα, αλλά στην ικανότητά της να στραφεί προς τον εαυτό της και να αντέξει αυτό που βρίσκει. Δεν πρόκειται για μια εξιδανικευμένη λειτουργία, αλλά για μια δυνατότητα που συνδέεται με την αναγνώριση της εσωτερικής σύγκρουσης, της επιθυμίας και της απώλειας. Όταν αυτή η δυνατότητα αναπτύσσεται, η σκέψη παύει να είναι απλώς εργαλείο και γίνεται χώρος.

Η ψυχαναλυτική διαδικασία, στο βαθμό που παραμένει πιστή στις φροϋδικές της βάσεις, δεν στοχεύει στην ενίσχυση μιας αφηρημένης ικανότητας σκέψης, αλλά στη δημιουργία των συνθηκών όπου η σκέψη μπορεί να αναδυθεί εκεί όπου προηγουμένως δεν ήταν δυνατή. Αυτό που τίθεται σε κίνηση δεν είναι η παραγωγή απαντήσεων, αλλά η εγκαθίδρυση ενός πεδίου όπου το υποκείμενο μπορεί να σκέφτεται αυτό που το καθορίζει. Και σε αυτό το σημείο, η σκέψη αποκτά την πλήρη της σημασία: όχι ως δεδομένη λειτουργία, αλλά ως δυνατότητα που κατακτάται.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

La pensée n’est pas donnée : sur la condition du langage, la découverte de l’inconscient et les limites d’accès au travail psychanalytique

La capacité de réflexion ne constitue pas une simple fonction psychique, mais une conquête qui suppose un travail interne, du temps et une certaine organisation de l’appareil psychique. Dans l’expérience clinique, elle n’apparaît pas comme un trait acquis une fois pour toutes, mais comme quelque chose qui peut exister, se fragiliser ou ne jamais s’être véritablement constitué. Penser ne va pas de soi, au sens où la présence de fonctions logiques ne garantit pas la possibilité pour un sujet de se tourner vers lui-même et de se penser. Cette distinction déplace la question de l’intelligence vers celle de la structure psychique.

La découverte freudienne de l’inconscient introduit une rupture décisive dans cette compréhension. Il ne s’agit pas d’ajouter un contenu à la vie psychique, mais d’en transformer l’économie même. Le sujet ne coïncide plus avec ce qu’il sait de lui-même. Ce qui le détermine opère hors du champ de la conscience et se manifeste à travers lapsus, symptômes, rêves et répétitions. La pensée, dès lors, n’est plus souveraine mais traversée, et la capacité de réflexion dépend de l’aptitude du sujet à tolérer cette non-maîtrise.

Dans la première topique, la distinction entre le conscient, le préconscient et l’inconscient offre une première cartographie du fonctionnement psychique. L’inconscient n’est pas simplement ce qui est ignoré, mais ce qui a été refoulé et continue d’agir. La pensée y apparaît comme divisée. Il existe une pensée qui se formule et une autre qui reste exclue de la formulation, sans cesser d’exercer ses effets. La réflexion ne consiste donc pas uniquement à accéder à des contenus, mais à reconnaître cette division.

Avec la seconde topique, l’accent se déplace des lieux vers les instances et leurs relations dynamiques. Le Moi, le Ça et le Surmoi ne désignent pas des entités fixes, mais des fonctions en tension. Le Moi n’est pas une instance de maîtrise rationnelle, mais une construction prise dans des conflits qu’il ne contrôle pas pleinement. La pensée devient alors le produit d’un compromis, d’un travail entre forces hétérogènes. La réflexion suppose ici une capacité du Moi à soutenir cette tension sans recourir immédiatement à des défenses qui abolissent la pensée elle-même.

Le refoulement, en tant que mécanisme fondamental, n’est pas seulement un obstacle à la connaissance de l’inconscient, mais un mode d’organisation de la vie psychique. La pensée ne se développe pas dans un espace neutre, mais dans un système où certains contenus sont activement maintenus hors du champ. La réflexion implique donc une levée partielle de ce refoulement, ou du moins une reconnaissance de son fonctionnement. Elle engage ainsi l’ensemble de l’économie psychique et ne peut être réduite à un exercice intellectuel.

L’association libre met en évidence la spécificité du travail psychanalytique sur la pensée. Il ne s’agit pas d’un raisonnement dirigé, mais d’une suspension des censures permettant l’émergence du matériel tel qu’il se présente. Là où la pensée semble perdre sa cohérence, une autre organisation devient perceptible, étrangère aux exigences de la logique consciente. Réfléchir, dans ce cadre, ne signifie pas contrôler, mais pouvoir accueillir ce qui échappe à la maîtrise.

Le rêve constitue un espace privilégié où la pensée inconsciente se manifeste de manière condensée. Le travail du rêve, à travers la condensation et le déplacement, transforme le contenu latent en contenu manifeste. Comprendre ce processus ne revient pas à décoder un message, mais à modifier la relation du sujet à sa propre pensée. La réflexion acquiert ici une dimension interprétative où le sens ne préexiste pas, mais se construit.

La notion de transfert introduit un niveau supplémentaire, où la pensée n’est plus seulement individuelle, mais relationnelle. Le passé se rejoue dans le présent non comme souvenir, mais comme expérience actuelle. La capacité à penser ce qui se répète suppose une certaine distance interne, qui ne se confond pas avec un retrait affectif. La pensée devient ainsi un espace où le sujet peut se situer autrement par rapport à ce qu’il vit.

La grandeur de la pensée humaine ne réside pas dans sa capacité à produire des solutions, mais dans sa faculté de se tourner vers elle-même et de soutenir ce qu’elle y découvre. Il ne s’agit pas d’une fonction idéale, mais d’une possibilité liée à la reconnaissance du conflit, du désir et de la perte. Lorsque cette possibilité se déploie, la pensée cesse d’être un outil pour devenir un lieu.

La psychanalyse, lorsqu’elle demeure fidèle à ses fondements freudiens, ne vise pas à renforcer une capacité abstraite de penser, mais à créer les conditions dans lesquelles la pensée peut advenir là où elle faisait défaut. Ce qui se met en place n’est pas une production de réponses, mais l’instauration d’un champ où le sujet peut penser ce qui le détermine. À ce niveau, la pensée prend toute sa portée, non comme donnée, mais comme acquisition.

Έχετε υπόψιν

Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.

Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.

Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)

Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.

Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.

© Μιχάλης Πατεράκης

Reposting Policy (EN)

All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.

Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.

© Michalis Paterakis

Politique de Republipostage (FR)

Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.

Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.

© Michalis Paterakis

Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)

Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.

Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.

© Michalis Paterakis

Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.

Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.

L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».

Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.

Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.

Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.

L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.

Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.

Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.

Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.

Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.

05/05/2026

Η Οντολογία του Κενού: Η Ανάδειξη της Έλλειψης ως Πυλώνας της Υποκειμενικής Συγκρότησης και της Κατανόησης του Εαυτού

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist

Στο σύγχρονο κλινικό παράδειγμα, η ψυχική οδύνη συχνά εκλαμβάνεται ως μια δυσαρμονία που πρέπει να εξαλειφθεί ή ως ένα κενό που πρέπει να πληρωθεί. Ωστόσο, η ψυχαναλυτική προσέγγιση αντιτάσσει μια ριζικά διαφορετική θέση: η έλλειψη (manque) δεν είναι ένα τυχαίο σφάλμα στη συγκρότηση του εαυτού, αλλά ο θεμελιώδης πυλώνας πάνω στον οποίο εδράζεται η δυνατότητα της επιθυμίας, του λόγου και της ίδιας της υποκειμενικότητας. Η κατανόηση του εαυτού, μακριά από ναρκισσιστικές φαντασιώσεις πληρότητας, διέρχεται αναγκαστικά μέσα από την αναγνώριση και την ενσωμάτωση αυτού του δομικού κενού.

Η πρωταρχική έλλειψη εγγράφεται στον ψυχισμό τη στιγμή της εισόδου του υποκειμένου στη Συμβολική Τάξη. Η απώλεια της φαντασιωσικής ενότητας με το πρωταρχικό αντικείμενο (τη μητέρα) και η παρέμβαση του Πατρικού Νόμου, δημιουργούν ένα ρήγμα που δεν μπορεί ποτέ να κλείσει ολοκληρωτικά. Αυτό το ρήγμα είναι που καθιστά τον άνθρωπο ένα «ον που μιλά» (parlêtre). Αν η έλλειψη δεν εγκαθιδρυθεί, αν το αντικείμενο είναι «πάντα εκεί» και η ανάγκη ικανοποιείται πριν καν αρθρωθεί, ο ψυχισμός καταδικάζεται σε μια ψυχωτική καθήλωση ή σε μια ναρκισσιστική ασφυξία, όπου η επιθυμία αδυνατεί να αναδυθεί.

Στο πλαίσιο των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, η έλλειψη είναι αυτή που επιτρέπει τη διαφοροποίηση μεταξύ Εαυτού και Αντικειμένου. Η ικανότητα του βρέφους να αντέχει την απουσία του αντικειμένου είναι η απαρχή της συμβολικής λειτουργίας. Όπως επισημαίνει ο Winnicott, η «μεταβατική περιοχή» δημιουργείται ακριβώς εκεί που το αντικείμενο λείπει. Χωρίς την έλλειψη, δεν υπάρχει χώρος για το παιχνίδι, για τη δημιουργικότητα, για τη σκέψη. Η κατανόηση του εαυτού ξεκινά, λοιπόν, από την επώδυνη αλλά απελευθερωτική διαπίστωση ότι ο Άλλος δεν είναι πλήρης και, κατά συνέπεια, ούτε εμείς είμαστε πλήρεις.

Η σύγχρονη κλινική πραγματικότητα του 2026 χαρακτηρίζεται από μια συστηματική προσπάθεια άρνησης της έλλειψης. Ο πολιτισμός της υπερκατανάλωσης και της οπτικής παντοδυναμίας υπόσχεται μια διαρκή πλήρωση, η οποία όμως καταλήγει σε μια βαθιά αίσθηση κενού (emptiness) αντί για δημιουργική έλλειψη (lack). Η διαφορά είναι κεφαλαιώδης: το κενό βιώνεται ως κατάθλιψη και σήψη, ενώ η έλλειψη βιώνεται ως κίνητρο για αναζήτηση και σύνδεση. Η θεραπευτική διαδικασία στοχεύει στη μετατροπή του παραλυτικού κενού σε μια λειτουργική έλλειψη, η οποία θα επιτρέψει στον ασθενή να παύσει να αναζητά το «χαμένο κομμάτι» του στους άλλους.

Η αντίσταση στην αναγνώριση της έλλειψης παίρνει συχνά τη μορφή της «συμπτωματικής πλήρωσης». Ο ασθενής προσκολλάται στο σύμπτωμα διότι αυτό του παρέχει μια ψευδή αίσθηση ταυτότητας—μια ουσία που τον «γεμίζει». Η ψυχαναλυτική πράξη, λειτουργώντας ως μια διαδικασία απογύμνωσης, καλεί το υποκείμενο να θυσιάσει αυτή την ψευδαίσθηση. Η κατανόηση του εαυτού δεν είναι η συσσώρευση γνώσεων για το Εγώ, αλλά η αποδοχή της «ασυνέχειας» του Εγώ. Είναι η στιγμή που ο ασθενής αναγνωρίζει ότι η αλήθεια του δεν βρίσκεται σε αυτό που «έχει», αλλά στην τρύπα που αφήνει αυτό που του λείπει.

Στη μεταβίβαση, ο θεραπευτής καλείται να καταλάβει τη θέση αυτής της έλλειψης. Αν ο θεραπευτής σπεύσει να προσφέρει απαντήσεις, συμβουλές ή διαγνώσεις, τότε απλώς «μπαλώνει» το ρήγμα, ακυρώνοντας τη θεραπευτική δυναμική. Η σιωπή του αναλυτή είναι η διατήρηση της έλλειψης, ο χώρος όπου ο ασθενής μπορεί να ακούσει την ηχώ της δικής του επιθυμίας. Η κατανόηση προκύπτει όχι από την ερμηνεία που «προστίθεται», αλλά από την αφαίρεση των φαντασιωσικών προκαλυμμάτων που εμπόδιζαν το υποκείμενο να δει την οντολογική του μοναξιά.
Η ηθική της έλλειψης είναι μια ηθική της ελευθερίας. Το υποκείμενο που αποδέχεται την έλλειψή του παύει να είναι δέσμιο της ανάγκης για επικύρωση από τον Άλλο. Δεν αναζητά πλέον τον «ιδανικό» σύντροφο ή την «απόλυτη» επιτυχία για να καλύψει το ρήγμα, αλλά μαθαίνει να δημιουργεί μέσα από αυτό. Η δημιουργικότητα, η τέχνη και ο έρωτας δεν είναι προσπάθειες πλήρωσης, αλλά τρόποι να «κατοικήσει» κανείς την έλλειψη, δίνοντάς της σχήμα και λόγο.

Συμπερασματικά, η ανάδειξη της έλλειψης ως πυλώνα της κατανόησης του εαυτού ανατρέπει την παραδοσιακή ψυχολογία της προσαρμογής. Η θεραπεία δεν στοχεύει στην επούλωση της πληγής της ύπαρξης, αλλά στην ανάδειξή της ως το πιο αυθεντικό σημείο του υποκειμένου. Κατανοώ τον εαυτό μου σημαίνει αναγνωρίζω τα όρια της πληρότητάς μου και, μέσα από αυτή την αναγνώριση, αποκτώ τη δυνατότητα να συναντήσω τον Άλλον ως μια ξεχωριστή, εξίσου ελλειμματική και συνεπώς ελεύθερη ύπαρξη. Η έλλειψη δεν είναι το τέλος του δρόμου, αλλά η αρχή της ομιλίας και η μοναδική οδός προς μια ζωή που αξίζει να βιωθεί.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

Έχετε υπόψιν

Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.

Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.

Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)

Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.

Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.

© Μιχάλης Πατεράκης

Reposting Policy (EN)

All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.

Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.

© Michalis Paterakis

Politique de Republipostage (FR)

Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.

Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.

© Michalis Paterakis

Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)

Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.

Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.

© Michalis Paterakis

Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.

Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.

L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».

Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.

Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.

Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.

L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.

Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.

Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.

Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.

Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.

01/05/2026

Εκούσια ευθανασία και υποβοηθούμενος θάνατος: μια ψυχαναλυτική θεώρηση της επιθυμίας για θάνατο, του αιτήματος, της εξάρτησης και του ορίου της θεραπείας

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist

GR I EN I FR I GE
Το άρθρο διατίθεται επίσης στα αγγλικά, στα γαλλικά, και στα γερμανικά.

Η δημόσια συζήτηση για την εκούσια ευθανασία και τον υποβοηθούμενο θάνατο διεξάγεται συνήθως σε δύο γλώσσες που αδυνατούν να συναντηθούν. Η πρώτη είναι η γλώσσα των δικαιωμάτων, της αυτονομίας, της αξιοπρέπειας, του πόνου και της επιλογής. Η δεύτερη είναι η γλώσσα του φόβου: του φόβου της κατάχρησης, της ιατρικής παντοδυναμίας, της εγκατάλειψης, του κοινωνικού κυνισμού, της διολίσθησης προς μια τεχνοκρατική διαχείριση της ζωής και του θανάτου. Και οι δύο αυτές γλώσσες έχουν αναμφίβολα πραγματικό βάρος. Ωστόσο, και οι δύο τείνουν να αποτυγχάνουν στο ίδιο σημείο: αντιμετωπίζουν το αίτημα για θάνατο ως ήδη διαφανές προς τον εαυτό του. Η ψυχανάλυση ακριβώς εκεί αρχίζει: στο σημείο όπου το αίτημα δεν ταυτίζεται με το νόημά του. 

Η πρώτη αναγκαία διάκριση είναι ότι το αίτημα για θάνατο δεν μπορεί να νοηθεί μονοσήμαντα, ούτε ως καθαρή έκφραση ελευθερίας ούτε ως απλό σύμπτωμα ψυχοπαθολογίας. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η επιθυμία για επίσπευση του θανάτου διατυπώνεται μέσα σε τελικό στάδιο σωματικής νόσου, με έντονο πόνο, απώλεια λειτουργιών και συνείδηση επικείμενου τέλους. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου το αίτημα αναδύεται σε πλαίσια ψυχικού πόνου, διαταραχών προσωπικότητας, καταθλιπτικών οργανώσεων ή παρατεταμένων ναρκισσιστικών καταρρεύσεων. Η ίδια η σύγχρονη ψυχιατρική βιβλιογραφία δείχνει ότι τα αιτήματα αυτά είναι πολύπλοκα και ότι ειδικά στις ψυχιατρικές περιπτώσεις η αίσθηση «ανίατου» διαπλέκεται με τη δομή της προσωπικότητας, την απελπισία, τη σχέση με την εξάρτηση και την αδυναμία να φανταστεί κανείς ένα μέλλον διαφορετικό από το παρόν. 

Από καθαρά φροϋδική σκοπιά, το ζήτημα δεν μπορεί να προσεγγιστεί χωρίς την έννοια της αμφιθυμίας και χωρίς τη ριζική δυσκολία του υποκειμένου να γνωρίζει τι ακριβώς ζητά όταν μιλά για τον θάνατό του. Μετά το Πέραν της αρχής της ηδονής, η ύπαρξη μιας τάσης αποσύνδεσης, επανάληψης και επιστροφής σε κατάσταση μη έντασης δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αίτημα για θάνατο αποδεικνύει «ορμή θανάτου» με χονδροειδή τρόπο. Σημαίνει, όμως, ότι ο ψυχισμός δεν είναι οργανωμένος αποκλειστικά γύρω από την αυτοσυντήρηση. Η επιθυμία του τέλους μπορεί να φέρει μέσα της την επιθυμία απάλειψης του πόνου, την επιθυμία παύσης της εξάρτησης, την εκδίκηση προς το αντικείμενο, την αναστροφή της παθητικότητας σε κυριαρχία, ακόμη και τη φαντασίωση ότι ο θάνατος μπορεί να ελεγχθεί ως η τελευταία νίκη του Εγώ επί της φθοράς. 

Από εδώ προκύπτει μια πρώτη θεμελιώδης ψυχαναλυτική θέση: το αίτημα για ευθανασία ή για υποβοηθούμενο θάνατο δεν είναι ποτέ απλώς πληροφορία. Είναι λόγος απευθυνόμενος σε Άλλον. Και ως τέτοιος, φέρει μεταβιβαστικό χαρακτήρα. Δεν έχει σημασία μόνο τι λέγεται, αλλά σε ποιον λέγεται, υπό ποιες συνθήκες λέγεται, τι ζητείται συνειδητά και τι επιδιώκεται ασυνείδητα μέσω του αιτήματος. Η πρόσφατη ψυχαναλυτική βιβλιογραφία στο πεδίο αυτό είναι ιδιαίτερα διδακτική: ο Briggs και οι συνεργάτες του υποστηρίζουν ότι πίσω από αιτήματα φαινομενικά ψυχρά, ορθολογικά και «τελειωμένα» υπάρχουν συχνά ασυνείδητα κίνητρα, συγκρούσεις εξάρτησης, ανάγκη αναγνώρισης, επιθυμία ελέγχου της σχέσης και συχνά μια δραματική δυσκολία συμβολοποίησης της παθητικότητας και της φροντίδας. 

Η διάσταση της εξάρτησης είναι ίσως το πιο παραγνωρισμένο σημείο της συζήτησης. Ορισμένοι ασθενείς δεν ζητούν μόνο να σταματήσει ο πόνος. Ζητούν να σταματήσει η ταπείνωση του να χρειάζονται. Η αδυναμία να φάνε μόνοι τους, να μετακινηθούν, να καθαριστούν, να εκτεθούν στο βλέμμα του άλλου ως σώμα φθαρτό και όχι ως υποκείμενο αυτεξούσιο, ενεργοποιεί ναρκισσιστικές καταρρεύσεις που μπορούν να είναι εξίσου ανυπόφορες με τον σωματικό πόνο. Αυτό δεν ακυρώνει τη σοβαρότητα του αιτήματος· την καθιστά, αντίθετα, βαθύτερη και πιο επικίνδυνη ερμηνευτικά. Διότι τότε ο θάνατος μπορεί να βιώνεται ως έξοδος όχι μόνο από το μαρτύριο, αλλά και από την ντροπή της εξάρτησης. Η ψυχανάλυση δεν έχει το δικαίωμα να αγνοήσει αυτό το ναρκισσιστικό τραύμα. 

Στο σημείο αυτό οι θεωρητικοί των αντικειμενοτρόπων σχέσεων προσφέρουν αναντικατάστατα εργαλεία. Η κλαϊνική παράδοση μας υποχρεώνει να δούμε ότι η σχέση με το αντικείμενο δεν είναι ποτέ ουδέτερη: η αγάπη, το μίσος, η εξάρτηση, η επιθετικότητα και η ενοχή συγκροτούν εξαρχής ένα πεδίο αμφιθυμίας. Στο τέλος της ζωής, όταν το σώμα παραδίδει το υποκείμενο στη φροντίδα του άλλου, πρωτογενή στρώματα αυτής της αμφιθυμίας μπορούν να επανενεργοποιηθούν. Το αίτημα «βοήθησέ με να πεθάνω» μπορεί να περιέχει, σε ασυνείδητο επίπεδο, το «μη με εγκαταλείψεις», το «μη με ταπεινώσεις», το «μη με κρατήσεις εδώ για σένα», ακόμη και το «γίνε εσύ εκείνος που θα με σκοτώσει ώστε να μη χρειαστεί να πεθάνω μόνος». Η δύναμη του αιτήματος δεν αναιρεί την πολυσημία του. 

Ο Winnicott θα μας βοηθούσε να δούμε μιαν άλλη διάσταση: τον τρόμο της αποσύνθεσης και της κατάρρευσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το αίτημα για θάνατο δεν εκφράζει απλώς επιθυμία παύσης, αλλά τρόμο μπροστά σε μια ψυχική διάλυση που βιώνεται ως χειρότερη από τον βιολογικό θάνατο. Ο υποβοηθούμενος θάνατος τότε μπορεί να φαντασιώνεται ως τρόπος να σωθεί το υποκείμενο από μια κατάρρευση του εαυτού που δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί. Το παράδοξο είναι ότι ο θάνατος εμφανίζεται ψυχικά ως το έσχατο μέσο προστασίας του εαυτού. Αυτό είναι κλινικά τρομερό και ταυτοχρόνως κατανοήσιμο. 

Αν μετακινηθούμε προς τον Bion, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Τι συμβαίνει όταν ο ασθενής δεν μπορεί πλέον να ονειρευθεί το μέλλον του, να συμβολοποιήσει την απώλεια, να μεταβολίσει ψυχικά τον πόνο; Τότε το αίτημα για θάνατο μπορεί να προκύπτει από ένα πεδίο μη-σκέψης, από μια αδυναμία του ψυχισμού να περιέξει την εμπειρία. Εδώ ο κίνδυνος είναι διπλός: τόσο η βιοηθική όσο και η νομική διαδικασία τείνουν να αποτιμούν την επάρκεια ενός αιτήματος με βάση τη σταθερότητα, τη λογική του συνοχή και τη διακηρυγμένη βούληση. Η ψυχανάλυση, αντίθετα, υποψιάζεται ότι ακριβώς ένα αίτημα υπερβολικά καθαρό μπορεί να κρύβει απουσία ψυχικής επεξεργασίας. Η καθαρότητα δεν είναι πάντα ένδειξη ελευθερίας· μπορεί να είναι και προϊόν αποσύνδεσης. 

Η λακανική συμβολή είναι εδώ καίρια. Το υποκείμενο του ασυνειδήτου δεν ταυτίζεται με το νομικό ή βιοηθικό υποκείμενο της αυτοδιάθεσης. Το αίτημα αρθρώνεται πάντα μέσα στο πεδίο του Άλλου. Και εκεί ακριβώς η γλώσσα της «αξιοπρέπειας», της «αυτονομίας» ή της «βοήθειας στον θάνατο» δεν είναι ουδέτερη. Η ορολογία απολυμαίνει, καθησυχάζει, οργανώνει συλλογικές αρνήσεις. Το ίδιο ζήτημα γίνεται κοινωνικά πιο αποδεκτό όταν μετονομάζεται. Η αλλαγή λέξης δεν αλλάζει μόνο το πολιτικό συναίσθημα· μετασχηματίζει την ασυνείδητη επένδυση του ίδιου του φαινομένου. Ο Gibbons, γράφοντας για την αντιμεταβίβαση και τον υποβοηθούμενο θάνατο, δείχνει ακριβώς πώς γλώσσα, φαντασίωση, κοινωνική διάσπαση και αμυντικές πολιτισμικές αφηγήσεις πλέκονται στη δημόσια στάση απέναντι στο θέμα. 

Η αντιμεταβίβαση είναι από τις λιγότερο συζητημένες και πιο επικίνδυνες περιοχές. Δεν κρίνεται μόνο ο ασθενής. Κρίνεται και εκείνος που ακούει. Ο γιατρός, ο αναλυτής, ο ψυχίατρος, το συγγενικό πρόσωπο, όλοι όσοι έρχονται αντιμέτωποι με το αίτημα καλούνται να αναγνωρίσουν τι διεγείρεται μέσα τους. Υπάρχει κούραση; αίσθηση ματαιότητας; λύτρωση μπροστά στο τέλος του μαρτυρίου; επιθετικότητα; παντοδυναμία; επιθυμία να αποδειχθεί κανείς «ανθρωπιστής»; δυσανεξία απέναντι στην εξάρτηση ή την αναπηρία; Η ψυχαναλυτική σκέψη μάς υποχρεώνει να πούμε ότι καμία απόφαση γύρω από το τέλος της ζωής δεν λαμβάνεται σε αντιμεταβιβαστικό κενό. Αυτό δεν ακυρώνει την απόφαση, αλλά της αφαιρεί την ψευδαίσθηση της καθαρότητας. 

Στο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, το αίτημα για ευθανασία εγγράφεται σε κοινωνίες που λατρεύουν την αυτονομία και φοβούνται τη μακρά εξάρτηση. Η ψυχαναλυτική ματιά εδώ δεν αρκείται στο να καταγγείλει ή να επικροτήσει. Θέτει το δυσάρεστο ερώτημα αν μια κοινωνία που δυσανεξεί απέναντι στην αναπηρία, στο γήρας, στην άνοια, στην επιβράδυνση και στην οικονομική «μη παραγωγικότητα» παράγει σιωπηρά υποκείμενα περισσότερο έτοιμα να ζητήσουν τον θάνατό τους. Όχι επειδή εξαπατώνται, αλλά επειδή κατοικούν ήδη σε συμβολικά περιβάλλοντα που τους καθιστούν βάρος. Η σχετική βιβλιογραφία για τις ευάλωτες ομάδες, τις διαταραχές προσωπικότητας και το ψυχικό άχθος σε συστήματα υποβοηθούμενου θανάτου είναι ιδιαίτερα ανησυχητική ακριβώς γι’ αυτό: δείχνει ότι η «ελεύθερη» βούληση δεν ασκείται ποτέ εκτός σχέσεων εξουσίας, ντροπής και κοινωνικής αποτίμησης της ζωής. 

Αυτό μας οδηγεί στην πιο δύσκολη διάσταση: τη σχέση ανάμεσα στον σεβασμό της αυτονομίας και στην ψυχαναλυτική καχυποψία απέναντι στη διαφάνεια του αιτήματος. Η βιοηθική τείνει να ρωτά: είναι ο ασθενής ικανός, ενημερωμένος, σταθερός, εθελούσιος; Η ψυχανάλυση αναγκαστικά ρωτά κάτι επιπλέον: τι λέγεται μέσα σε αυτό το αίτημα χωρίς να γνωρίζεται; ποια ιστορία εξάρτησης, ενοχής, επιθετικότητας, παντοδυναμίας ή αποσύνδεσης κρύβεται πίσω από μια δήλωση «λογική»; Αυτές οι δύο προσεγγίσεις δεν αλληλοαναιρούνται· αλλά δεν μπορούν και να ταυτιστούν. Η ψυχαναλυτική συμβολή δεν είναι να αφαιρέσει το δικαίωμα απόφασης από το υποκείμενο. Είναι να θυμίσει ότι η ανθρώπινη απόφαση ουδέποτε εξαντλείται στη συνειδητή δήλωσή της. 

Στις περιπτώσεις ψυχικής οδύνης, το πρόβλημα γίνεται εντονότερο. Όταν ο θάνατος ζητείται όχι για να λυτρωθεί κανείς από αναπόδραστο βιολογικό τέλος αλλά από αυτό που περιγράφεται ως «ανυπόφορη ψυχική ζωή», η διάγνωση του ανιάτου γίνεται εξαιρετικά αβέβαιη. Οι Nicolini και συνεργάτες καθώς και οι Mehlum και Ramberg έχουν επισημάνει ότι στις περιπτώσεις διαταραχών προσωπικότητας, χρόνιου τραύματος και σύνθετης ψυχοπαθολογίας, το αίσθημα αμεταβλητότητας ανήκει μερικές φορές στην ίδια τη δομή του πάσχοντος ψυχισμού και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αβασάνιστα ως τεκμήριο πραγματικού ανιάτου. Το ότι ένα υποκείμενο δεν μπορεί να φανταστεί ζωή που αξίζει να βιωθεί δεν αποδεικνύει ότι τέτοια ζωή είναι αδύνατη. Αποδεικνύει, συχνά, ότι η ικανότητά του για εσωτερική αναπαράσταση του μέλλοντος έχει καταρρεύσει. 

Ασφαλώς, η ψυχαναλυτική σοβαρότητα δεν μπορεί να μετατραπεί σε απάνθρωπη άρνηση της πραγματικότητας του πόνου. Υπάρχουν μορφές σωματικού τέλους όπου η επιμονή μιας ηρωικής ιδεολογίας περί «ιερότητας της ζωής» μπορεί να καταλήξει σαδιστική. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου η ανακούφιση, η παρηγορική ιατρική, η καταστολή στο τέλος της ζωής και η εγκατάλειψη της παντοδυναμικής θεραπευτικής φαντασίωσης είναι κλινικά και ηθικά απαραίτητες. Η ψυχανάλυση, εφόσον παραμένει σοβαρή, δεν οφείλει να ηρωοποιεί τον πόνο ούτε να θρησκευτικοποιεί την παράταση της ζωής. Οφείλει, όμως, να αντιστέκεται με την ίδια αποφασιστικότητα και στη μετατροπή του θανάτου σε υγειονομικά απολυμασμένη τεχνική λύση. 

Η ψυχαναλυτική θέση, αν πρόκειται να διατυπωθεί με επιστημονική σοβαρότητα, πρέπει λοιπόν να είναι δύσκολη. Όχι αμφίθυμη με την έννοια της ασάφειας, αλλά δύσκολη επειδή αναγνωρίζει ταυτόχρονα αλήθειες που δεν συγχωνεύονται: ότι υπάρχει αβάσταχτος πόνος· ότι η αυτονομία έχει πραγματική ηθική βαρύτητα· ότι το αίτημα για θάνατο δεν είναι διαφανές· ότι η εξάρτηση τραυματίζει ναρκισσιστικά· ότι η αντιμεταβίβαση νοθεύει κάθε καθαρή κρίση· ότι η κοινωνία συμμετέχει ασυνείδητα στη μορφή που λαμβάνει το αίτημα· και ότι ειδικά στις ψυχιατρικές περιπτώσεις το «αμετάβλητο» μπορεί να είναι ίδιον της απελπισίας και όχι του πραγματικού ανιάτου. 

Αν έπρεπε να διατυπωθεί το πιο αυστηρό ψυχαναλυτικό συμπέρασμα, θα ήταν ίσως το εξής: το αίτημα για ευθανασία και για υποβοηθούμενο θάνατο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως αυτονόητο δικαίωμα ούτε ως αυτονόητο σύμπτωμα. Πρέπει να ακούγεται ως οριακός ανθρώπινος λόγος, στον οποίο συμπυκνώνονται η αγωνία της εξάρτησης, ο φόβος του αφανισμού, η αμφιθυμία προς το αντικείμενο, η επιθυμία να μη διασυρθεί το Εγώ, η ελπίδα του ελέγχου επί του τέλους και η ασυνείδητη αναζήτηση ενός Άλλου που θα αντέξει να ακούσει χωρίς να σπεύσει ούτε να σώσει ούτε να σκοτώσει. Αν χαθεί αυτή η ακρόαση, η τεχνική πράξη —είτε απαγορευτική είτε επιτρεπτική— έρχεται πολύ γρήγορα. Και έρχεται πολύ γρήγορα ακριβώς εκεί όπου το ανθρώπινο υποκείμενο αργεί να γίνει κατανοητό.

Βιβλιογραφία

Freud, S. (1920). Beyond the Pleasure Principle.
Klein, M. (1946). “Notes on Some Schizoid Mechanisms.”
Winnicott, D. W. (1974). “Fear of Breakdown.”
Bion, W. R. (1962). Learning from Experience.
Lacan, J. (1986/1992). The Ethics of Psychoanalysis, Seminar VII.
Briggs, S., et al. (2022). “Psychoanalytic understanding of the request for assisted su***de.” International Journal of Psychoanalysis. 
Gibbons, R. (2025). “Assisted dying and countertransference: unconscious forces in life-and-death decisions.” British Journal of Psychiatry. 
Block, S. D., et al. (1995). “Patient requests for euthanasia and assisted su***de in terminal illness.” American Journal of Psychiatry. 
Mehlum, L., & Ramberg, M. (2020). “Euthanasia and assisted su***de in patients with personality disorders.” BMC Psychiatry. 
Nicolini, M. E., et al. (2020). “Euthanasia and Assisted Su***de of Persons With Psychiatric Disorders.” Harvard Review of Psychiatry. 
World Medical Association. Declaration on Euthanasia and Physician-Assisted Su***de. 
American Medical Association. Code of Medical Ethics: Euthanasia; Physician-Assisted Su***de. 

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

🇬🇧 ENGLISH VERSION

Voluntary Euthanasia and Assisted Dying: A Psychoanalytic Inquiry into Desire, Dependency, and the Limits of Decision

Public discourse on voluntary euthanasia and assisted dying tends to oscillate between two dominant registers: that of autonomy, dignity, and relief from suffering, and that of fear—fear of misuse, of institutional power, of ethical erosion. Both registers are grounded in legitimate concerns. Yet both share a fundamental limitation: they treat the request for death as transparent to itself. Psychoanalysis begins precisely where such transparency fails.

A first distinction is essential: the request for death cannot be reduced either to an expression of free will or to a symptom of pathology. It emerges within a field of ambivalence. In some cases, it arises in the context of terminal somatic illness, where bodily disintegration and pain are undeniable. In others, it appears within enduring psychic suffering, where the sense of “incurability” is inseparable from the subject’s structural relation to desire, dependency, and time.

Following Freud (1920), the psyche cannot be understood solely through the logic of self-preservation. The compulsion toward repetition and the tendency toward tension reduction introduce the possibility that the wish for death may carry meanings beyond relief. It may express the desire to end suffering, but also the wish to escape dependency, to reclaim control, to reverse passivity, or even to address the Other through an ultimate act.

Thus, the request for assisted death must be understood as an address. It is not merely a statement; it is a demand situated within a relational field. As such, it carries transference. What is said is never identical to what is meant. Psychoanalytic literature has emphasized that behind apparently rational and stable requests lie unconscious dynamics involving dependency, recognition, aggression, and control (Briggs et al., 2022).

Dependency emerges here as a central dimension. The suffering subject often confronts not only pain but humiliation—the loss of autonomy, the exposure of the body, the necessity of being cared for. From a narcissistic standpoint, this can be experienced as intolerable. Death then appears not only as an exit from suffering, but as an escape from degradation.

Object relations theory deepens this understanding. The subject’s relation to the Other is always ambivalent. Love and hate, dependency and aggression coexist. At the end of life, primitive configurations may re-emerge. The request “help me die” may unconsciously contain “do not abandon me,” “do not humiliate me,” or even “take responsibility for my death so that I do not die alone.”

Winnicott’s notion of the fear of breakdown introduces another dimension: the dread of a collapse that has already occurred but was never experienced. Death may then be fantasized as a protection against psychic disintegration. From a Bionian perspective, when the capacity to think collapses, experience cannot be metabolized. The request for death may arise not from reflection but from the absence of thinking.

Lacan reminds us that the subject of the unconscious is not identical to the subject of legal autonomy. Language itself participates in shaping the phenomenon. Terms such as “assisted dying” function not merely descriptively but defensively, transforming collective affect and masking the violence inherent in the act.

Countertransference further complicates the picture. No clinician approaches such requests neutrally. Feelings of relief, helplessness, aggression, or moral urgency inevitably intervene (Gibbons, 2025). Decisions about life and death are never made in a psychologically neutral space.

Finally, the social dimension must be acknowledged. In cultures that valorize autonomy and productivity, dependency risks becoming intolerable. The request for death may thus reflect not only individual suffering but also a symbolic environment in which certain forms of life are implicitly devalued.

The psychoanalytic position cannot be simplified. It must hold together incompatible truths: that suffering can be unbearable; that autonomy matters; that desire is not transparent; that dependency wounds narcissistically; that unconscious dynamics shape every request; and that social structures participate in its formation.

The request for euthanasia must therefore be heard not as a self-evident decision, but as a complex human statement—one that calls for listening rather than immediate resolution.



🇫🇷 VERSION FRANÇAISE

Euthanasie volontaire et assistance au su***de : une lecture psychanalytique du désir, de la dépendance et de la limite de la décision

Le débat public sur l’euthanasie oscille entre deux registres : celui de l’autonomie et de la dignité, et celui de la crainte d’une dérive éthique. Pourtant, ces deux approches partagent une limite : elles supposent que la demande de mort est transparente pour le sujet lui-même. La psychanalyse commence précisément là où cette transparence échoue.

La demande de mourir ne peut être réduite ni à un acte libre ni à un symptôme pathologique. Elle s’inscrit dans un champ d’ambivalence. Dans certains cas, elle apparaît face à une maladie terminale ; dans d’autres, elle émerge d’une souffrance psychique durable.

Avec Freud (1920), il devient impossible de penser le psychisme uniquement en termes de conservation de la vie. Le désir de mort peut exprimer la fin de la douleur, mais aussi la fuite de la dépendance, la reprise du contrôle, ou une adresse à l’Autre.

Cette demande est toujours adressée. Elle porte un transfert. Ce qui est dit n’est jamais identique à ce qui est en jeu. Derrière les formulations rationnelles, on trouve des dynamiques inconscientes de dépendance, de reconnaissance et d’agressivité (Briggs et al., 2022).

La dépendance constitue ici un point central. Ce n’est pas seulement la douleur qui est insupportable, mais la perte d’autonomie et la blessure narcissique qui en découle. La mort peut alors apparaître comme une issue à la honte.

Les théories des relations d’objet montrent que le lien à l’Autre est toujours ambivalent. À la fin de la vie, des configurations primitives peuvent réapparaître. La demande de mourir peut contenir inconsciemment une demande de ne pas être abandonné.

Winnicott parle d’une crainte d’effondrement déjà survenu. Bion souligne que lorsque la pensée échoue, l’expérience ne peut être transformée. La demande de mort peut alors émerger d’un défaut de symbolisation.

Lacan rappelle que le sujet de l’inconscient ne coïncide pas avec le sujet juridique. Le langage lui-même participe à la construction du phénomène.

La contre-transférence est incontournable. Aucun clinicien n’est neutre face à ces demandes (Gibbons, 2025).

Enfin, le contexte social joue un rôle majeur. Dans des sociétés valorisant l’autonomie, la dépendance devient difficilement tolérable.

La psychanalyse ne propose pas une réponse simple. Elle impose de maintenir la complexité et de reconnaître que la demande de mort doit être entendue comme un énoncé humain, et non comme une décision évidente.



🇩🇪 DEUTSCHE VERSION

Freiwillige Euthanasie und assistierter Suizid: Eine psychoanalytische Betrachtung von Begehren, Abhängigkeit und Entscheidungsgrenzen

Die öffentliche Diskussion über Euthanasie bewegt sich zwischen Autonomie und Angst. Beide Perspektiven gehen davon aus, dass der Wunsch zu sterben für das Subjekt durchsichtig ist. Die Psychoanalyse beginnt dort, wo diese Annahme scheitert.

Der Todeswunsch ist weder rein autonom noch bloß pathologisch. Er entsteht im Feld der Ambivalenz. Er kann aus körperlichem Leiden hervorgehen oder aus psychischer Not.

Mit Freud (1920) wird deutlich, dass der psychische Apparat nicht nur auf Selbsterhaltung ausgerichtet ist. Der Wunsch zu sterben kann auch den Wunsch nach Kontrolle, nach Beendigung von Abhängigkeit oder nach einer letzten Handlung gegenüber dem Anderen enthalten.

Der Wunsch ist immer an jemanden gerichtet. Er ist Teil einer Übertragungsbeziehung. Hinter rationalen Aussagen stehen unbewusste Dynamiken (Briggs et al., 2022).

Abhängigkeit ist zentral. Nicht nur Schmerz, sondern auch der Verlust von Autonomie kann unerträglich werden. Der Tod erscheint dann als Ausweg aus narzisstischer Verletzung.

Die Objektbeziehungstheorien zeigen, dass Beziehungen von Anfang an ambivalent sind. Am Lebensende können frühere Konflikte wieder aktiviert werden.

Winnicott beschreibt die Angst vor einem bereits geschehenen Zusammenbruch. Bion betont die Rolle des Denkens. Wenn Denken versagt, entsteht ein Raum, in dem der Todeswunsch nicht verarbeitet werden kann.

Lacan macht deutlich, dass das Subjekt des Unbewussten nicht mit dem autonomen Subjekt identisch ist.

Auch die Gegenübertragung spielt eine Rolle. Entscheidungen entstehen nie in einem neutralen Raum (Gibbons, 2025).

Schließlich ist auch die gesellschaftliche Dimension entscheidend. In Kulturen, die Autonomie betonen, wird Abhängigkeit schwer erträglich.

Die psychoanalytische Position bleibt komplex. Sie erkennt an, dass der Wunsch zu sterben nicht einfach eine Entscheidung ist, sondern ein vielschichtiger Ausdruck menschlicher Erfahrung.

Έχετε υπόψιν

Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.

Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.

Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)

Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.

Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.

© Μιχάλης Πατεράκης

Reposting Policy (EN)

All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.

Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.

© Michalis Paterakis

Politique de Republipostage (FR)

Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.

Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.

© Michalis Paterakis

Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)

Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.

Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.

© Michalis Paterakis

Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.

Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.

L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».

Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.

Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.

Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.

L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.

Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.

Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.

Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.

Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.

Address

Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Athens
10676

Opening Hours

Monday 16:00 - 22:00
Tuesday 16:00 - 22:00
Wednesday 16:00 - 22:00
Thursday 16:00 - 22:00
Friday 16:00 - 22:00

Telephone

+302117151801

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Featured

Share