15/05/2026
Δύο 17χρονες ψυχές που πιο πολύ τις φόβισε η ζωή παρά η πτώση στο κενό.
Ο κόσμος έγινε πιο τρομακτικός από τον θάνατο.
Κανένα παιδί δεν θέλει να φύγει από τη ζωή. Θέλει να φύγει από τον πόνο.
Τα παιδιά αυτά δεν αυτοκτόνησαν από εγωισμό και αδυναμία, αλλά γιατί ένιωσαν πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από τον πόνο.
Άρα τι να πόνεσε τόσο πολύ; Τι τα έφερε σε απόγνωση;
Ένα παιδί πονάει όταν μαθαίνει πως για να το αγαπάνε και να το αποδέχονται πρέπει να είναι τέλειο. Η κοινωνία και η οικογένεια ζητά επιδόσεις, εικόνα, δύναμη, τελειότητα, και ξεχνούν το πιο σημαντικό: την αγκαλιά, την αποδοχή, την ουσιαστική παρουσία.
Δύο 17χρονα παιδιά πήδηξαν στο κενό.
Μα πριν από αυτά, είχε ήδη πέσει στο κενό η αγάπη, η τρυφερότητα, η επικοινωνία, η ανθρωπιά, η αποδοχή.
Κανείς δεν “άκουσε” τις κραυγες για βοήθεια γιατί πλέον δεν ακούμε για να καταλάβουμε και να νιώσουμε τον άλλον, αλλά για να απαντήσουμε.
Απαντάμε με το μυαλό και όχι με την καρδιά.
Το παιδί δεν ζητά βοήθεια με λόγια. Τη ζητά με τη σιωπή του, με το βλέμμα του. Με φράσεις όπως «κουράστηκα», «δεν έχει νόημα», «κανείς δεν νοιάζεται». Αυτές οι φράσεις δεν είναι υπερβολές της ηλικίας. Είναι κραυγές που χρειάζονται ανθρώπους να τις ακούσουν.
Η κοινωνία συχνά ζητά από τους νέους να είναι δυνατοί, επιτυχημένοι, χαρούμενοι, κοινωνικοί.
Όμως ξεχνά να τους μάθει ότι επιτρέπεται να λυγίζουν και να φοβούνται. Ότι μπορούν να μιλήσουν χωρίς να κριθούν.
Με τι ταυτίζουμε τελικά την αγάπη; Ξεχνάμε να τους μάθουμε πως θα τα αποδεχόμαστε και θα τα αγαπάμε ακόμα και όταν δεν είναι τέλεια.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να αισθάνεται μόνο του μέσα στον πόνο του.
Και κανένα παιδί δεν πρέπει να φεύγει πιστεύοντας πως δεν αξίζει να μείνει.