Αγγελική Μπολουδάκη

Αγγελική Μπολουδάκη Ψυχοθεραπεία, Συμβουλευτική.
Οι συνεδρίες πραγματοποι

13/01/2026

Ξέρετε πόσο χαίρομαι όταν ακούω ανθρώπους να λένε «εγώ θέλω»;
Όχι από εγωισμό, αλλά από επίγνωση. Από εκείνη τη βαθιά κατανόηση ότι οι ανάγκες και οι επιθυμίες μας δεν είναι βάρος για τους άλλους, αλλά ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας.

Χαίρομαι ιδιαίτερα για εκείνους τους ανθρώπους που μέχρι πρότινος έλεγαν «ό,τι θέλουν οι άλλοι από εμένα, αυτό θα κάνω». Ανθρώπους που έμαθαν να προσαρμόζονται, να σιωπούν, να μικραίνουν τον εαυτό τους για να χωρέσουν στις προσδοκίες των άλλων. Ανθρώπους που ένιωθαν ενοχές κάθε φορά που τολμούσαν να πουν τι χρειάζονται από μια σχέση για να νιώθουν σεβασμό και εκτίμηση.

Και σήμερα, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, βρίσκουν τη φωνή τους. Μιλούν. Εκφράζονται. Ζητούν. Διεκδικούν. Όχι επιθετικά, όχι απαιτητικά, αλλά με καθαρότητα και εσωτερική γαλήνη. Με συνείδηση ότι το να πεις «αυτό θέλω» δεν είναι επίθεση προς τον άλλον, αλλά μια ειλικρινής πρόσκληση για ουσιαστική σύνδεση.

Χαίρομαι για εκείνους που δεν φοβούνται να εκφράσουν τα όριά τους. Που δεν θυμώνουν όταν οι άλλοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να τους δώσουν αυτό που χρειάζεται μια σχέση για να είναι ζωντανή, αμοιβαία και σεβαστική. Αντί γι’ αυτό, επιλέγουν την απόσταση. Επιλέγουν τη διάκριση. Λένε ήσυχα μέσα τους: «Αυτός ο άνθρωπος χωράει στον κοινωνικό μου κύκλο, όχι όμως στην καρδιά μου».

Γιατί οι ώριμοι άνθρωποι δεν κυνηγούν την αποδοχή με κάθε κόστος. Δεν παζαρεύουν την αξία τους. Ξέρουν ότι δεν είναι όλοι για όλα – και αυτό δεν είναι απόρριψη, είναι αυτοσεβασμός.

-Εγώ θέλω ουσιαστικές σχέσεις και όχι επιφανειακές, λένε. Σχέσεις όπου υπάρχει χώρος για αλήθεια, για ευαλωτότητα, για αμοιβαία προσπάθεια. Σχέσεις όπου το «εγώ θέλω» συναντά το «εγώ μπορώ και θέλω να σου δώσω».

Και αυτό το «θέλω», όταν ειπώνεται με επίγνωση και όχι με επιτακτικότητα, δεν χωρίζει τους ανθρώπους. Τους ξεκαθαρίζει. Τους τοποθετεί. Τους φέρνει πιο κοντά σε εκείνους που μπορούν πραγματικά να συμπορευτούν.

Γιατί τελικά, το θάρρος να πεις τι θέλεις είναι πράξη αγάπης. Πρώτα προς τον εαυτό σου – και ύστερα προς κάθε σχέση που αξίζει να μείνει.

Αγγελική Μπολουδάκη

13/01/2026

Υπάρχουν σχέσεις που προσπαθούμε να τις κρατήσουμε ζωντανές βιαστικά, παραλείποντας το πιο βασικό βήμα: τη διόρθωση της ζημιάς που έγινε.
Κάποιος μας πληγώνει, μας απογοητεύει, ξεπερνά τα όριά μας κι αντί να του επιτρέψουμε να αναλάβει την ευθύνη και να προσπαθήσει να επανορθώσει, σπεύδουμε εμείς να «κλείσουμε το θέμα». Να δικαιολογήσουμε, να ηρεμήσουμε τα πράγματα, να μη χαλάσει η σχέση.

Το κάνουμε για να μη συγκρουστούμε, από φόβο μήπως χάσουμε τον άλλον, από ενοχές ή επειδή πιστεύουμε πως οι σχέσεις πρέπει πάντα να είναι ήρεμες και χωρίς εντάσεις. Όμως αυτή η ηρεμία είναι συχνά ψεύτικη. Είναι απλώς σιωπή πάνω στον πόνο.

Η αλήθεια είναι δύσκολη αλλά ξεκάθαρη: όταν δεν ζητείται πραγματική ευθύνη, η σχέση δεν θεραπευεται. Αντίθετα, φθείρεται. Γιατί όποιος πληγώνει και δεν αντιμετωπίζει τις συνέπειες, δεν αλλάζει. Μαθαίνει ότι μπορεί να συνεχίσει.

Μαθαίνει ότι κάθε λάθος θα καλυφθεί με μια δικαιολογία: το παρελθόν του, τα παιδικά του τραύματα, η πίεση της δουλειάς, η κακή διάθεση, η κούραση. Κάθε φορά κάτι φταίει, εκτός από τον ίδιο. Και έτσι του δίνεται το μήνυμα πως επιτρέπεται να πληγώνει ξανά.

Με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, δίνουμε στον άλλον την άδεια να μας φέρεται άσχημα επανειλημμένα — είτε είναι σύντροφος, φίλος, γονιός ή αδερφός. Και όταν κάποια στιγμή πούμε «ως εδώ» και ζητήσουμε σεβασμό και ευθύνη, τότε παρουσιαζόμαστε εμείς ως οι υπερβολικοί και οι δύσκολοι.

Μας λένε αυστηρούς, απαιτητικούς, χωρίς κατανόηση. Όχι επειδή κάνουμε κάτι λάθος, αλλά επειδή σταματήσαμε να θυσιάζουμε την ηρεμία μας για να μη δυσαρεστήσουμε τον άλλον.

Δεν είναι υγιές να αγνοούμε αυτό που μας πονά, να σωπαίνουμε μπροστά σε ό,τι μας μειώνει, να «θάβουμε» γεγονότα που μας έχουν τραυματίσει βαθιά. Αυτό δεν είναι συμφιλίωση. Δεν είναι ειρήνη.

Είναι παραίτηση.

Και η παραίτηση κοστίζει: μας αφαιρεί την αυτοεκτίμηση, μας αποδυναμώνει και μας κάνει να μη νιώθουμε ασφαλείς ούτε μέσα στις ίδιες μας τις σχέσεις. Γιατί μια σχέση χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να γίνει χώρος ασφάλειας, γίνεται χώρος μόνιμης αντοχής.

Αγγελική Μπολουδάκη

13/01/2026

Η ζήλια είναι η αδυναμία ενός ανθρώπου να αντέξει την αξία ή την επιτυχία ενός άλλου χωρίς να πληγωθεί.

Ψυχολογικά, η ζήλια γεννιέται όταν η ευτυχία ή η επιτυχία κάποιου άλλου φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με όσα αισθάνεται ότι του λείπουν. Από τη μία πλευρά υπάρχει η επιθυμία να αποκτήσει ό,τι έχει ο άλλος. Από την άλλη, συχνά —έστω και ασυνείδητα— υπάρχει η ελπίδα ο άλλος να το χάσει, όχι για να υπάρξει όφελος, αλλά για να μειωθεί ο εσωτερικός πόνος. Αν ο άλλος πάψει να ξεχωρίζει, η σύγκριση γίνεται λιγότερο επώδυνη.

Η ζήλια δεν είναι ένα απλό συναίσθημα. Περιλαμβάνει αίσθηση αδικίας, ανεπάρκειας και χαμηλής αυτοεκτίμησης. Ο επιτυχημένος άλλος γίνεται μια ζωντανή υπενθύμιση όλων όσων το άτομο πιστεύει ότι δεν είναι ή δεν κατάφερε. Και αυτό τραυματίζει.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η πληγή μετατρέπεται σε θυμό. Τότε εμφανίζεται η ανάγκη να μειωθεί ή να υποτιμηθεί ο άλλος. Όταν το άτομο δεν μπορεί να φτάσει ψηλότερα, προσπαθεί να τραβήξει τον άλλον χαμηλότερα.

Συχνά θεωρείται ότι η ζήλια αφορά μόνο μακρινές ή καθαρά ανταγωνιστικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα, εμφανίζεται πιο έντονα στις στενές σχέσεις: στις φιλίες, στις ερωτικές σχέσεις και στις οικογένειες. Εκεί όπου η σύγκριση είναι συνεχής και αναπόφευκτη.

Όταν η ζήλια δεν αναγνωρίζεται και δεν επεξεργάζεται, γίνεται τοξική. Δεν οδηγεί σε εξέλιξη, αλλά σε φθορά. Δεν εκφράζεται ανοιχτά, αλλά μέσα από μικρά σχόλια, ψυχρότητα ή σιωπηρή υποτίμηση.

Ίσως, λοιπόν, η ποιότητα μιας σχέσης να μην δοκιμάζεται μόνο στις δύσκολες στιγμές, αλλά και στις στιγμές της επιτυχίας. Όταν κάποιος γιορτάζει μια νίκη.

Υπάρχουν εκείνοι που χαίρονται πραγματικά.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που, αντί να χειροκροτήσουν, βρίσκουν κάτι μικρό να σχολιάσουν.

Και μέσα σε αυτό το «μικρό» αποκαλύπτεται συχνά η αλήθεια της σχέσης.

Αγγελική Μπολουδάκη

12/01/2026

Πρόκειται για μια παραβολή.
Μπορεί να διαβαστεί σαν ιστορία
ή να ακουμπήσει εκεί όπου κάτι μέσα σας ήδη γνωρίζει.

Σε μια πολιτεία ζούσε μια νεαρή υφάντρα. Από μικρή τα χέρια της ήξεραν να γεννούν σχέδια που έκαναν τους ανθρώπους να σιωπούν. Όταν ύφαινε, κάποιος στεκόταν συχνά πίσω της και έλεγε με βεβαιότητα:
«Αυτό που φτιάχνεις έχει αξία. Μη φοβάσαι.»

Και πράγματι, όταν άκουγε αυτά τα λόγια, το σώμα της άνοιγε. Η ανάσα της γινόταν βαθύτερη, τα χρώματα πιο τολμηρά, το ύφασμα πιο ζωντανό. Μα μαζί με τη χαρά ερχόταν πάντα κάτι ακόμη — ένα λεπτό σφίξιμο, σαν προειδοποίηση. Μια αίσθηση πως αν προχωρούσε λίγο παραπέρα, κάτι αόρατο θα διαταρασσόταν.

Στο εργαστήρι υπήρχε ένας παλιός καθρέφτης. Τον είχε εκεί όσο θυμόταν τον εαυτό της. Δεν έδειχνε ποτέ καθαρά. Όταν πλησίαζε κρατώντας ένα ύφασμα σχεδόν ολοκληρωμένο, ο καθρέφτης θάμπωνε τα χρώματα, μεγάλωνε τις ατέλειες, σαν να της έλεγε χωρίς φωνή:
«Στάσου εδώ. Μέχρι εδώ είναι ασφαλές.»

Κι εκείνη τον άκουγε.
Όχι επειδή δεν πίστευε στο χάρισμά της,
αλλά επειδή κάποτε είχε μάθει πως η πολλή χαρά έχει τίμημα.

Παλιά, όταν άφηνε τον εαυτό της να λάμψει χωρίς μέτρο, ο αέρας γύρω της βάραινε. Κάτι στις σιωπές άλλαζε. Δεν υπήρχαν λόγια, μόνο μια ψυχρότητα, μια απόσυρση που το σώμα της αναγνώριζε αμέσως. Έτσι ο καθρέφτης έγινε σύμμαχος. Την έμαθε να μικραίνει έγκαιρα, να μην τελειώνει, να μην διεκδικεί όλο το φως. Την προστάτευσε από την απώλεια της σύνδεσης, από την ενοχή του «παραήμουν».

Χάρη σ’ αυτόν, επιβίωσε.
Μα χάρη σ’ αυτόν, έμεινε μισή.

Τα υφάσματά της γέμιζαν το εργαστήρι, όμορφα αλλά ανολοκλήρωτα. Και η ίδια δεν χαιρόταν. Δεν τολμούσε να τυλιχτεί με κάτι που είχε τελειώσει, σαν να μην της επιτρεπόταν η πληρότητα.

Ώσπου ένα βράδυ, εξαντλημένη, πήρε ένα μισό ύφασμα και σκέπασε τους ώμους της. Δεν ήταν τέλειο. Ήταν όμως ζεστό. Και για πρώτη φορά δεν ένιωσε φόβο. Ένιωσε παρουσία.

Τότε κατάλαβε:
ο καθρέφτης δεν ήταν εχθρός.
Ήταν άμυνα.

Την επόμενη μέρα δεν τον έσπασε. Δεν τον αρνήθηκε. Τον γύρισε απλώς προς τον τοίχο. Σαν να του είπε:
«Σε χρειάστηκα. Με προστάτευσες.
Τώρα όμως μπορώ να μείνω στο φως χωρίς να χαθώ.»

Και άρχισε να υφαίνει αλλιώς.
Με δισταγμό στην αρχή, μετά με περισσότερη εμπιστοσύνη.
Να τελειώνει. Να τιμά. Να μένει.

Η χαρά δεν έγινε ξαφνικά εύκολη.
Έγινε όμως επιτρεπτή.
Και αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει η θεραπεία.

Αγγελική Μπολουδάκη

12/01/2026

Η αποσύνδεση είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο νους προσπαθεί να προστατεύσει τον άνθρωπο όταν ο ψυχικός πόνος γίνεται υπερβολικά έντονος. Δεν είναι απαραίτητα κάτι «παθολογικό». Αντίθετα, είναι μια φυσική αντίδραση που εμφανίζεται όταν το άτομο δεν αντέχει άλλο αυτό που βιώνει και δεν έχει άλλον τρόπο να προστατευτεί.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, μπορούμε να το φανταστούμε σαν ένα εσωτερικό “κουμπί αποσύνδεσης”. Όταν ο πόνος είναι πολύ δυνατός και δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει, ο νους πατά αυτό το κουμπί για να μειώσει την ένταση. Το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται, αλλά το άτομο το νιώθει λιγότερο.

Στην ψυχική αποσύνδεση, ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει:

σαν να μην είναι πραγματικά εκεί,

σαν να βλέπει τον εαυτό του απ’ έξω,

σαν ο κόσμος γύρω του να είναι μακρινός ή «θολός»,

ή σαν τα συναισθήματά του να έχουν παγώσει.

Για παράδειγμα, ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου φοβάται συνεχώς και δεν υπάρχει κανείς να το προστατέψει, δεν μπορεί ούτε να φύγει ούτε να αντιδράσει. Ο νους του, για να το βοηθήσει να αντέξει, «αποσύρεται». Το παιδί μπορεί να φαίνεται ήσυχο ή απόμακρο, αλλά στην πραγματικότητα αυτός είναι ο τρόπος του να επιβιώσει.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ένας ενήλικας που δέχεται έντονη ψυχολογική πίεση ή κακοποίηση και δεν μπορεί να μιλήσει σε κανέναν. Σε τέτοιες στιγμές μπορεί να νιώθει άδειος, αποκομμένος ή σαν να λειτουργεί στον αυτόματο. Αυτή η αποσύνδεση τον βοηθά να συνεχίσει, όταν το να νιώσει πλήρως τον πόνο θα ήταν αφόρητο.

Ο πόνος, γενικά, μας βοηθά να καταλάβουμε ότι κάτι δεν πάει καλά και μας ωθεί να προστατευτούμε. Όμως όταν δεν υπάρχει τρόπος προστασίας, ο νους επιλέγει να «χαμηλώσει την ένταση». Η αποσύνδεση εμφανίζεται κυρίως σε καταστάσεις όπου κάποιος/α νιώθει παγιδευμένος/η, ανήμπορος/η και μόνος/η.

Όσο συνεχίζεται, δυσκολεύεσαι να νιώσεις χαρά, λύπη ή εγγύτητα με τους άλλους και συχνά νιώθεις «μακριά» από τη ζωή σου.

Μην την αντιμετωπίζεις με κριτική ή ντροπή. Είναι ένα σημάδι ότι κάποτε βρέθηκες σε πολύ δύσκολες συνθήκες και ο νους σου έκανε ό,τι μπορούσε για να σε προστατεύσει. Η κατανόηση και η ασφάλεια σε βοηθούν σταδιακά να μην χρειάζεσαι πια αυτόν τον μηχανισμό και να ξανασυνδεθείς με τα συναισθήματά σου και με τους άλλους.

Αγγελική Μπολουδάκη

12/01/2026

Διάβασα το κείμενο του π. Χαράλαμπου Κοπανάκη και ένιωσα την ανάγκη να το μοιραστώ μαζί σας, γιατί αγγίζει ένα ζήτημα που επανέρχεται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση και ταυτόχρονα αποκαλύπτει μια βαθύτερη παθογένεια στον τρόπο με τον οποίο συχνά αντιλαμβανόμαστε την πίστη. Αυτό το κείμενο με έκανε να σκεφτώ ξανά το ζήτημα της αποτέφρωσης, όχι τόσο ως «κανόνα», αλλά ως ποιμαντικό θέμα. Η Εκκλησία καλείται πρωτίστως να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που πενθεί, όχι να τον κρίνει ή να τον αποκλείει.

Ας μην ξεχνάμε ότι η ταφή –όπως βιώνεται σήμερα– απέχει πολύ από την ευαγγελική εμπειρία. Οι εικόνες της ρίψης χώματος πάνω στο φέρετρο, οι βιαστικές τελετές, οι εκταφές με σώματα σε αποσύνθεση ή μη αποσυντεθειμένα, αποτελούν συχνά βαθιά τραυματικές εμπειρίες για τους πενθούντες. Προσωπικά, τα παιδιά μου, οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, δεν θα ήθελα να βιώσουν τέτοιες εμπειρίες. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σεβασμό στο σώμα και ταυτόχρονα να αδιαφορούμε για τον ψυχισμό των ζωντανών.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν το σώμα θα διαλυθεί μέσω της γης ή μέσω της φωτιάς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ίδιο συμβαίνει: η φθορά. Το ερώτημα είναι αν η Εκκλησία θα σταθεί δίπλα στον άνθρωπο ή απέναντί του. Αν θα μιλήσει τη γλώσσα της ελπίδας ή του φόβου.

Γιατί στο τέλος, η Εκκλησία δεν κρίνεται από το πώς διαχειρίζεται τα σώματα, αλλά από το πώς στέκεται απέναντι στον άνθρωπο, στον πόνο του και στην ελπίδα του.
Αγγελική Μπολουδάκη

"Η αποτέφρωση δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ή διοικητικό ζήτημα. Είναι ένα θέμα που αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης της Εκκλησίας με τον σύγχρονο άνθρωπο, τον τρόπο που η θεολογία συναντά τον πόνο, το πένθος, τον φόβο του θανάτου και την ανάγκη για νόημα. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αφορισμούς, απλουστεύσεις ή ηθικολογικές κραυγές.
Μοιράζομαι για ακόμη μία φορά μια προσωπική εμπειρία από ορθόδοξη ενορία της Μητρόπολης Γερμανίας, πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν βρέθηκα εκεί και διακόνησα για έναν μήνα.
Η εμπειρία αυτή συνδέεται άμεσα με το ζήτημα που επανέρχεται έντονα στη δημόσια συζήτηση στη χώρα μας τις τελευταίες ημέρες. Την ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ως τρόπο διαχείρισης του νεκρού σώματος.

Κατά τη διάρκεια λοιπον της εκεί παραμονής μου, μου ζητήθηκε να τελέσω την κηδεία ενός ορθόδοξου χριστιανού, του οποίου το σώμα, μετά την ακολουθία, θα οδηγούνταν για αποτέφρωση.
Μη γνωρίζοντας πώς διαχειρίζεται το συγκεκριμένο θέμα η τοπική Εκκλησία και έχοντας στο νου μου τα ελληνικά δεδομένα, θεώρησα σωστό να επικοινωνήσω με τον αρμόδιο επίσκοπο της περιοχής και να ζητήσω τη γνώμη του.

Η απάντησή του ήταν απολύτως φυσική, χωρίς καμία αμηχανία ή απορριπτικότητα. Μου είπε ξεκάθαρα ότι θα τελέσω κανονικά την κηδεία, εφόσον οι άνθρωποι ζητούν εκκλησιαστική κηδεία. Όταν τον ρώτησα αν πρόκειται για τρισάγιο ή για πλήρη ακολουθία, μου απάντησε σχεδόν αυτονόητα: "Τι κάνεις για τους ανθρώπους της ενορίας σου όταν πεθαίνουν; Κηδεία. Γιατί εδώ να κάνεις τρισάγιο;".

Πρόλαβα να πω "ξέρετε, στην Ελλάδα…", αλλά με διέκοψε ευγενικά και κατηγορηματικά. "Δεν με αφορά τι κάνετε στην Ελλάδα. Πότε και πώς θα καταλάβετε ότι αυτά τα θέματα χρειάζονται ποιμαντική διαχείριση και ευαισθησία;". Και συνέχισε, "Οι άνθρωποι μας ζητούν να πάμε να διαβάσουμε μια προσευχή.
Πηγαίνουμε σε κρεοπωλεία, ανθοπωλεία, κέντρα διασκέδασης, γήπεδα, σε κάθε είδους επιχειρήσεις, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι το περιεχόμενό τους δεν είναι το πιο "ηθικό". Εκεί γιατί δεν αρνούμαστε; Εσύ θα διαβάσεις την προσευχή επί του νεκρού σώματος. Από εκεί και πέρα, το πώς θα το διαχειριστεί η οικογένεια και ποια ήταν η επιθυμία του ανθρώπου εν ζωή, δεν είναι δική μας υπόθεση».

Καταθέτω αυτή την εμπειρία, γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα συχνά λειτουργούμε ως "υπερορθόδοξοι", ως θεματοφύλακες μιας απόλυτης αλήθειας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκφράζονται δημόσια αφοριστικές και απάνθρωπες κρίσεις.
Κάθε φορά που δημοσιεύεται μια είδηση για κάποιον επώνυμο που είχε επιλέξει την αποτέφρωση, διαβάζει κανείς σχόλια του τύπου, "έχασε την ψυχή του", "πήγε αδιάβαστος", "την έδωσε στον διάβολο". Κι όμως, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στο αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας υπάρχει κληρικός, και εφόσον το ζητήσει η οικογένεια, διαβάζεται προσευχή, έστω κι αν δεν τελείται ολόκληρη η νεκρώσιμη ακολουθία.

Το βασικό θεολογικό επιχείρημα που προβάλλεται ενάντια στην αποτέφρωση αφορά την εσχατολογία. Τη Δευτέρα Παρουσία και την Ανάσταση των νεκρών. Υποστηρίζεται ότι το σώμα πρέπει να είναι ενταφιασμένο για να "αναστηθεί". Πρόκειται, όμως, για μια θεολογικά νηπιακή προσέγγιση.
Όταν μιλάμε για κοινή ανάσταση, μιλάμε για αναδημιουργία, όχι για απλή επανασυγκόλληση υλικών καταλοίπων. Ο Θεός, σύμφωνα με την πίστη μας, δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός, θα δυσκολευτεί, άραγε, να αναδημιουργήσει ένα σώμα επειδή δεν μπορεί να "εντοπίσει" τα λείψανα του ή μήπως η τέφρα είναι δυσκολότερο να εντοπιστεί από το Θεό σε σχέση με τα οστά;

Άλλωστε, ακόμη και η ταφή, όπως την εφαρμόζουμε σήμερα, δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο ταφής του Χριστού, ο οποίος τοποθετήθηκε σε λαξευμένο μνήμα και όχι θαμμένος κάτω από χώματα.
Έχω βρεθεί σε κηδείες και μάλιστα νεαρών ανθρώπων, όπου πριν καλά-καλά τελειώσει το τρισάγιο, αρχίζει να πέφτει χώμα πάνω στο φέρετρο, με τους γονείς να στέκονται από πάνω. Για πολλούς αυτό είναι βαθιά τραυματικό.
Σήμερα δεν μπορούμε να αγνοούμε την ψυχική κατάσταση των πενθούντων, ούτε τη δύναμη των εικόνων που χαράσσονται στον ψυχισμό τους. Και δεν χρειάζεται καν να αναφερθώ στις εκταφές και στις τραυματικές εμπειρίες από σώματα που δεν έχουν αποσυντεθεί επαρκώς.
Χρειάζεται λοιπόν, περισσότερος ανθρωπισμός και λιγότερα ψευδοδιλήμματα.

Ναι, τα διοικητικά όργανα της Εκκλησίας στην Ελλάδα έχουν αποφανθεί ότι δεν τελείται κανονική κηδεία σε περιπτώσεις αποτέφρωσης και ότι αυτή θεωρείται έμμεση άρνηση της πίστης. Μπορώ να κατανοήσω ότι πρόκειται για μια προσπάθεια αναχαίτισης ή επιβράδυνσης μιας αυξανόμενης κοινωνικής τάσης. Όμως, χωρίς να διεκδικώ προφητικό χάρισμα, θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι σε δέκα χρόνια το ζήτημα δεν θα συζητείται καν, και η Εκκλησία, σιωπηλά, θα τελεί κανονικά τις κηδείες όσων το ζητούν.

Εξάλλου, είτε μιλάμε για ταφή είτε για αποτέφρωση, μιλάμε για δύο διαφορετικούς τρόπους αποσύνθεσης του σώματος. Στη μεν ταφή μέσω της σήψης στη γη, στην δε αποτέφρωση μέσω της πυράς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ανθρώπινο σώμα διαλύεται. Το ζητούμενο δεν είναι η μέθοδος, αλλά η ποιμαντική στάση και ο σεβασμός στον άνθρωπο."
@π. Χαράλαμπος Κοπανάκης
https://www.facebook.com/photo?fbid=10243846287596574&set=a.10208126414622074

11/01/2026

Στη ροή της σελίδας μου εμφανίζονται κατά καιρούς δημοσιεύσεις μιας άλλης σελίδας, παρότι δεν την ακολουθώ. Ο λόγος της δεν μου είναι οικείος, έχει έναν λαϊκίστικο και κυνικό τρόπο έκφρασης που προσωπικά δεν με εμπνέει και συνήθως φροντίζω να τον προσπερνώ. Τις προάλλες, όμως, έπεσα ξανά πάνω σε μια δημοσίευσή της. Προσπάθησα, όπως κάνω συνήθως, να την αποφύγω, αλλά κάτι με κράτησε εκεί.

Σε αυτή τη φορά, μέσα από τα λόγια της, ένιωσα καθαρά την αγάπη για τους αγαπημένους της ανθρώπους. Ήταν μια στιγμή αυθεντική, ανθρώπινη, που ανέτρεψε την έως τότε εικόνα μου και ανέβασε την εκτίμησή μου για τον άνθρωπο πίσω από αυτήν. Τελικά, πόσο καθοριστικό είναι οι αξίες που εκπέμπει κάποιος να μπορούν να σε αγγίξουν, ακόμα κι αν διαφωνείς με τον τρόπο ή το ύφος του. Γιατί οι αξίες έχουν τη δύναμη να γεφυρώνουν αποστάσεις, να μαλακώνουν προκαταλήψεις και να μας θυμίζουν τι είναι πραγματικά σημαντικό.

Αγγελική Μπολουδάκη

11/01/2026

Συνομιλούσα με το παιδί μου και, όπως είναι φυσικό, σε ορισμένα θέματα οι απόψεις μας διέφεραν. Αρχικά ένιωσα θυμό, έναν θυμό που γεννήθηκε όχι τόσο από τη διαφωνία καθαυτή, όσο από την εσωτερική μου ανάγκη να επιβεβαιωθώ, να διατηρήσω τον ρόλο του γονέα που «γνωρίζει». Πριν όμως αφήσω το συναίσθημα αυτό να με οδηγήσει σε λόγια ή πράξεις, στάθηκα και το αφουγκράστηκα.

Τότε σκέφτηκα: αυτός είναι ο γιος μου και τον αγαπώ. Δεν είναι προέκτασή μου, ούτε αντανάκλαση των δικών μου πεποιθήσεων. Είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, που γεννήθηκε από εμένα αλλά δεν μου ανήκει. Επομένως, κάθε διαφορετική θέση του όχι μόνο δεν με απειλεί, αλλά εμπεριέχεται μέσα στη σχέση μας, τη συμπληρώνει και τη διευρύνει.

Η διαφωνία δεν είναι ρήγμα, είναι χώρος. Χώρος όπου ο ένας συναντά τον άλλον χωρίς να χρειάζεται να τον κατακτήσει. Εκεί όπου η αγάπη δεν ταυτίζεται με τη συμφωνία, αλλά με την αποδοχή. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, ο θυμός υποχώρησε και στη θέση του ήρθε η κατανόηση: ότι ο γιος μου είναι ένας άνθρωπος, που σκέφτεται, αμφισβητεί και διαθέτει τη δική του φωνή και τις δικές του απόψεις — απόψεις που, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφέρουν από τις δικές μου.

Και τότε κατάλαβα πως, ως γονέας, δεν καλούμαι να επιβάλω αλήθειες, αλλά να αντέχω τη διαφορετικότητα με αγάπη. Γιατί μέσα σε αυτήν, τελικά, χωράμε και οι δύο.

Αγγελική Μπολουδάκη

11/01/2026

Μπήκα σε ένα κατάστημα για να αγοράσω κάτι συγκεκριμένο, χωρίς καμία διάθεση για κουβέντα. Μια γυναίκα μιλούσε δυνατά με τον ιδιοκτήτη και την υπάλληλο για ένα πολιτικό πρόσωπο. Ο λόγος της ήταν φορτισμένος, σχεδόν οικείος, σαν να απευθυνόταν σε ανθρώπους που θεωρούσε αυτονόητα «δικούς της». Εγώ διάλεξα αυτό που ήθελα και κατευθύνθηκα προς το ταμείο, απορροφημένη στις σκέψεις μου. Τότε η γυναίκα με παρατήρησε και είπε: «Μάλλον πρέπει να σωπάσουμε, γιατί η κυρία μπορεί να έχει διαφορετικές απόψεις».

Η φράση αυτή με αιφνιδίασε. Όχι τόσο για το περιεχόμενό της, όσο για την υπόθεση που έκρυβε: ότι η διαφορετική άποψη είναι κάτι επικίνδυνο, κάτι που απαιτεί σιωπή ή προφύλαξη. Της είπα πως μπορεί να συνεχίσει ελεύθερα. Και συνέχισε. Μίλησε για την αδιέξοδη κατάσταση, για την ευθύνη του πολιτικού κόσμου, αλλά και για τη δική μας ευθύνη ως λαού που διακρίνεται από παρτακισμό και διχασμό.

Δεν θέλησα να εμπλακώ. Όχι από αδιαφορία, αλλά από μια εσωτερική κόπωση απέναντι στον τρόπο με τον οποίο γίνονται συνήθως αυτές οι κουβέντες: με ένταση, με βεβαιότητες, με μια κρυφή ανάγκη να αποδοθούν ευθύνες κάπου έξω από εμάς. Πλήρωσα και έφυγα. Όμως η συζήτηση δεν έμεινε πίσω στο κατάστημα, με ακολούθησε. Και εκεί, μακριά από βλέμματα και λόγια, άρχισα να σκέφτομαι πιο ειλικρινά.

Η αλήθεια είναι ότι τα έχουμε αυτά τα χαρακτηριστικά. Ο παρτακισμός και ο διχασμός δεν είναι αφηρημένες έννοιες, ούτε αποκλειστικό προνόμιο «των άλλων». Εκδηλώνονται στον τρόπο που ζητάμε λύσεις μόνο όταν μας αγγίζουν προσωπικά, στον τρόπο που συγχωρούμε τις αδικίες όταν μας εξυπηρετούν, στον τρόπο που χωρίζουμε τον κόσμο σε «σωστούς» και «λάθος» για να νιώσουμε ασφαλείς. Είναι στάσεις που κληρονομήσαμε, μέρος ενός διαγενεαλογικού τραύματος που γεννήθηκε από ανάγκη επιβίωσης, φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν είμαστε έτσι, αλλά πώς μπορούμε να ξεφύγουμε. Ως λαός και ως άτομα.

Σε συλλογικό επίπεδο, ίσως το πρώτο βήμα είναι να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση της ομοιομορφίας. Δεν θα συμφωνήσουμε όλοι, και αυτό δεν είναι αποτυχία, είναι προϋπόθεση δημοκρατίας. Να μάθουμε να αντέχουμε τη διαφωνία χωρίς να τη μετατρέπουμε σε εχθρότητα. Να απαιτούμε θεσμούς που λειτουργούν για όλους, όχι παραθυράκια για τους «δικούς μας». Να μετατοπίσουμε το βάρος από το «τι θα πάρω» στο «τι μου αναλογεί να δώσω». Αυτό δεν είναι ηθικολογία, είναι όρος συλλογικής επιβίωσης.

Ατομικά, η διαφυγή από τον παρτακισμό ξεκινά από μια δύσκολη παραδοχή: ότι δεν είμαι αθώα. Ότι κι εγώ, λίγες ή περισσότερες φορές, επέλεξα τη σιωπή, τη βολή, τη διευκόλυνση. Η διαφοροποίηση δεν έρχεται με μεγάλες δηλώσεις, αλλά με μικρές καθημερινές αποφάσεις. Να μην επωφελούμαι από αυτό που καταγγέλλω. Να μην αναπαράγω λόγο που διχάζει μόνο και μόνο για να ανήκω κάπου. Να ακούω πριν απαντήσω. Να δέχομαι ότι ο άλλος δεν είναι η άποψή του.

Ο διχασμός, σκέφτομαι, είναι συχνά μια μορφή άμυνας. Μας απαλλάσσει από την ευθύνη της πολυπλοκότητας. Αν όμως θέλουμε πραγματικά να τον υπερβούμε, χρειάζεται να μείνουμε στον ενδιάμεσο χώρο: εκεί όπου δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, αλλά υπάρχει ευθύνη. Εκεί όπου δεν χρειάζεται να κερδίσουμε τη συζήτηση, αλλά να τη συνεχίσουμε.

Το περιστατικό στο κατάστημα μου θύμισε ότι η αλλαγή δεν ξεκινά από τους μεγάλους λόγους, αλλά από τις στιγμές που κάτι μας ενοχλεί αρκετά ώστε να μη το προσπεράσουμε. Από τις εσωτερικές συζητήσεις που συνεχίζονται αφού φύγουμε. Αν, ως άτομα, επιμείνουμε σε αυτές τις συζητήσεις και, ως λαός, μάθουμε να τις χωράμε στον δημόσιο χώρο χωρίς φόβο, τότε ίσως να μην εξαφανίσουμε τον παρτακισμό και τον διχασμό. Ίσως όμως να πάψουν να μας καθορίζουν. Και αυτό, για μένα, είναι μια ρεαλιστική και ουσιαστική αρχή.

Αγγελική Μπολουδάκη

09/01/2026

Καλό Σαββατοκύριακο με επίγνωση.

Πριν γίνεις γονιός, θυμήσου αυτό:

Το παιδί δεν έρχεται στον κόσμο για να σε δικαιώσει,
ούτε για να σε κάνει να νιώσεις σημαντικός,
ούτε για να διορθώσει όσα δεν πήγαν καλά στη δική σου ζωή.

Δεν είναι προέκτασή σου.
Δεν είναι καθρέφτης σου.
Δεν είναι ευθύνη του να σε φροντίσει συναισθηματικά.

Το παιδί χρειάζεται κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο:
να είναι ασφαλές να είναι ο εαυτός του.

Να μπορεί να νιώθει χωρίς να διορθώνεται.
Να μπορεί να λέει «όχι» χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αγάπη.
Να μπορεί να διαφωνεί χωρίς να νιώθει αχάριστο.
Να μπορεί να αποτύχει χωρίς να νιώθει ανεπαρκές.

Η αγάπη δεν φαίνεται στον έλεγχο.
Φαίνεται στον χώρο που αφήνεις.

Στο να αντέχεις τα συναισθήματά του χωρίς να τα χειρίζεσαι.
Στο να βάζεις όρια χωρίς να ακυρώνεις.
Στο να θυμάσαι ότι το παιδί δεν σου Χρωστά Τίποτα —
εσύ του Χρωστάς Ασφάλεια.

Και αν κάτι σε τρομάζει σε αυτό το παιδί,
αν κάτι σε θυμώνει υπερβολικά,
αν κάτι σου ξυπνά παλιό πόνο,
εκεί δεν χρειάζεται έλεγχος.

Εκεί χρειάζεται επίγνωση.

Γιατί τα παιδιά δεν πληγώνονται περισσότερο από τα λάθη μας.
Πληγώνονται από όσα δεν αναγνωρίσαμε ποτέ.

Αν δεν μπορείς να αγαπήσεις χωρίς όρους,
μην ζητάς από ένα παιδί να μάθει να ζει με όρους.

Αν δεν μπορείς να αντέξεις ότι το παιδί σου θα είναι διαφορετικό από εσένα,
αν δεν μπορείς να αγαπάς χωρίς να ελέγχεις,
αν χρειάζεσαι υπακοή για να νιώθεις ασφαλής,
αν μπερδεύεις τη φροντίδα με την εξουσία,
αν το «όχι» ενός παιδιού το βιώνεις ως απειλή,

τότε μην κάνεις παιδιά.
Ή μην τα κάνεις ακόμα.

Όχι ως τιμωρία.
Ως ευθύνη.

Γιατί το παιδί δεν έχει καμία επιλογή.
Δεν μπορεί να φύγει.
Δεν μπορεί να αμυνθεί.
Δεν μπορεί να καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι εκείνο.

Και ό,τι δεν αντέξεις εσύ να επεξεργαστείς,
θα το κουβαλήσει εκείνο στο σώμα και στη ζωή του.

Το να γίνεις γονιός δεν είναι δικαίωμα χωρίς όρους.
Είναι δέσμευση χωρίς επιστροφή.

Δέσμευση να κοιτάξεις τα δικά σου σκοτάδια
πριν γίνουν φόβοι ενός παιδιού.
Να δουλέψεις τις δικές σου πληγές
πριν γίνουν χαρακτήρας σε κάποιον άλλον.

Τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς.
Χρειάζονται ενήλικες που αναλαμβάνουν ευθύνη.

Και αν αυτή η ευθύνη σήμερα σου φαίνεται βαριά,
η πιο ώριμη πράξη αγάπης
είναι να περιμένεις.

Γιατί το να μη γεννήσεις ένα παιδί που θα χρειαστεί αργότερα να θεραπεύσει την παιδική του ηλικία,
είναι κι αυτό μια μορφή φροντίδας.

Ίσως η πιο σιωπηλή.
Ίσως η πιο γενναία.

Σας το ζητούν όλα τα παιδιά που στο παρελθόν έμαθαν να σωπαίνουν για να αγαπηθούν.

Αγγελική Μπολουδάκη

09/01/2026

Οι σιωπηλές, τραγικές συνέπειες του ελέγχου στο παιδί

Υπάρχει ένας πόνος που δεν αφήνει σημάδια στο σώμα.
Δεν φαίνεται, δεν φωτογραφίζεται, δεν περιγράφεται εύκολα.
Είναι ο πόνος του παιδιού που μεγάλωσε μέσα στον έλεγχο.

Όχι στον φανερό θυμό.
Στον «για το καλό σου».
Στο «εγώ ξέρω καλύτερα».
Στο «μην κάνεις έτσι».

Το παιδί μαθαίνει να αμφισβητεί τον εαυτό του

Όταν κάθε του συναίσθημα διορθώνεται, αμφισβητείται ή αγνοείται,
το παιδί αρχίζει να πιστεύει ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτό.

Ότι:

νιώθει λάθος

θέλει λάθος

αντιδρά λάθος

Και σιγά σιγά, παύει να εμπιστεύεται το εσωτερικό του βίωμα.
Χάνει την πυξίδα του.

Μαθαίνει ότι η αγάπη αποσύρεται

Το παιδί δεν φοβάται μόνο την τιμωρία.
Φοβάται κάτι βαθύτερο:
την απόσυρση της αγάπης.

Το βλέπει στο βλέμμα.
Το νιώθει στη σιωπή.
Το καταλαβαίνει στη συναισθηματική απόσταση.

Και τότε γεννιέται μια σκέψη που το συνοδεύει για χρόνια:

«Αν δεν είμαι όπως με θέλεις, θα με χάσεις.»

Αυτός ο φόβος γίνεται θεμέλιο της προσωπικότητας.

Μαθαίνει να μικραίνει

Το παιδί που ελέγχεται δεν μαθαίνει να μεγαλώνει.
Μαθαίνει να μικραίνει.

Να μη ζητά.
Να μη διεκδικεί.
Να μη θυμώνει.
Να μη διαφωνεί.

Μαθαίνει να διαβάζει τον χώρο, τη διάθεση, τις σιωπές.
Γίνεται προσεκτικό, ευαίσθητο, «ώριμο για την ηλικία του».

Κανείς δεν βλέπει ότι αυτή η ωριμότητα γεννήθηκε από φόβο.

Μαθαίνει ότι η αξία του είναι υπό όρους

Όταν η αποδοχή έρχεται μόνο όταν υπακούει,
το παιδί συνδέει την αξία του με τη συμμόρφωση.

Δεν λέει πια:

«Αξίζω επειδή υπάρχω.»

Λέει:

«Αξίζω αν είμαι καλό, αν δεν ενοχλώ, αν δεν απογοητεύω.»

Και αυτό γίνεται εσωτερικός νόμος.

Χάνει την επαφή με την επιθυμία του

Ένα παιδί που ελέγχεται συστηματικά παύει να ρωτά:

«Τι θέλω εγώ;»

Γιατί έμαθε ότι αυτό δεν έχει σημασία.

Ως ενήλικας:

δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις

φοβάται να επιλέξει

νιώθει άδειο μπροστά στην ελευθερία

Η επιθυμία του έμεινε ανεκπαίδευτη, γιατί δεν είχε χώρο να υπάρξει.

Το σώμα κουβαλά αυτό που δεν ειπώθηκε

Το παιδί δεν είχε λέξεις.
Το σώμα όμως θυμάται.

Θυμάται:

τη σύσπαση πριν μιλήσει

τον κόμπο στο στομάχι

την παγωμάρα μπροστά στη σύγκρουση

Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι αδυναμία.
Είναι μνήμη.

Ως ενήλικας, κουράζεται να είναι «καλός»

Το παιδί που έμαθε να είναι αυτό που χρειάζονται οι άλλοι,
μεγαλώνει και κουράζεται.

Κουράζεται:

να φροντίζει

να καταλαβαίνει

να προσαρμόζεται

να μη ζητά

Και συχνά δεν ξέρει καν γιατί είναι τόσο κουρασμένο.

Δεν υπάρχει κάθαρση που σβήνει όλα αυτά.
Δεν υπάρχει στιγμή που το παρελθόν παύει να έχει βάρος.
Όσα έμαθε αυτό το παιδί δεν ξεμαθαίνονται απλώς με κατανόηση ή καλή πρόθεση.

Ο έλεγχος άφησε ίχνη.
Στις σχέσεις.
Στο σώμα.
Στον τρόπο που το άτομο στέκεται απέναντι στον εαυτό του.

Κάποιες μέρες, η παλιά φωνή επιστρέφει.
Η ενοχή εμφανίζεται χωρίς λόγο.
Η ανάγκη να «είναι καλός» προηγείται της ανάγκης να είναι αληθινός.

Και αυτό δεν σημαίνει αποτυχία.
Σημαίνει ότι το σύστημα κάνει αυτό που έμαθε να κάνει για να επιβιώσει.

Η αλλαγή δεν είναι γραμμική.
Υπάρχουν πισωγυρίσματα.
Υπάρχουν στιγμές που τα όρια κουράζουν περισσότερο απ’ όσο προστατεύουν.
Υπάρχουν σχέσεις που μοιάζουν ασφαλείς και ξαφνικά ενεργοποιούν παλιά μοτίβα.

Δεν θεραπεύονται όλα.
Αλλά μετακινούνται.

Με τον καιρό, αρχίζει να αναγνωρίζει λίγο νωρίτερα πότε χάνεται.
Να σταματά λίγο πιο γρήγορα.
Να επιστρέφει στον εαυτό του με λιγότερη σκληρότητα.

Η ελευθερία εδώ δεν είναι ευφορία.
Είναι η δυνατότητα να μην εγκαταλείπεις εντελώς τον εαυτό σου,
ακόμη κι όταν φοβάσαι.

Το πιο ουσιαστικό είναι η η σταδιακή μετατόπιση:
από την αυτόματη προσαρμογή
στη συνειδητή επιλογή.

Από τη σιωπή
στην αργή, συχνά ατελή, έκφραση.

Από την εσωτερική επίπληξη
σε μια πιο ανθρώπινη, λιγότερο εχθρική στάση προς τον εαυτό.

Δεν πρόκειται για θρίαμβο.
Πρόκειται για σχέση.

Μια σχέση με τον εαυτό που δεν είναι πάντα ήρεμη,
αλλά είναι λιγότερο βίαιη.

Και αυτό, για κάποιον που μεγάλωσε μέσα στον έλεγχο,
δεν είναι μικρό.

Αγγελική Μπολουδάκη

09/01/2026

Υπάρχουν άνθρωποι που μπερδεύουν τη διάρκεια με το βάθος. Που πιστεύουν ότι μια σχέση αξίζει επειδή άντεξε, όχι επειδή υπήρξε δίκαιη, αμοιβαία, ζωντανή. Που έχουν μάθει να μετρούν την αγάπη σε χρόνια και όχι σε ανάσες.

Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται περισσότερο το να λυθεί κάτι, παρά το να φθείρεται. Που προτιμούν τη σταθερότητα ακόμη κι όταν πονά, από την αλήθεια που θα τους αναγκάσει να μετακινηθούν. Γι’ αυτούς, το «μένω» είναι αξία από μόνο του — ακόμη κι όταν έχει πάψει να είναι επιλογή.

Υπάρχουν άνθρωποι που ιεροποιούν την υπομονή, χωρίς να αναρωτιούνται πότε η υπομονή γίνεται παραίτηση. Που μιλούν για χρόνο και προσπάθεια, αλλά αποφεύγουν το ερώτημα του κόστους. Που θεωρούν ότι το να αντέχεις είναι αρετή, ακόμη κι όταν αντέχεις μόνος.

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να δουν τα όρια ως φροντίδα. Που τα εκλαμβάνουν ως απειλή, ως φυγή, ως έλλειψη βάθους. Γιατί τα όρια τους θυμίζουν ότι η παραμονή δεν είναι δεδομένη — είναι επιλογή. Και αυτό τους τρομάζει.

Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν επενδύσει την ταυτότητά τους στο «δεν φεύγω». Κι έτσι, κάθε λόγος που μιλά για ελευθερία ακούγεται στα αυτιά τους σαν προδοσία. Όχι επειδή είναι σκληροί, αλλά επειδή έμαθαν να επιβιώνουν με το να κρατούν.

Και τέλος, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως η φροντίδα σημαίνει να μένεις, ενώ στην πραγματικότητα η φροντίδα αρχίζει από το να βλέπεις καθαρά — τον άλλον και τον εαυτό σου. Γιατί η αντοχή χωρίς επίγνωση δεν είναι αγάπη. Είναι απλώς παράταση.

Κι όμως, όταν η αντοχή συναντά την επίγνωση, όταν η υπομονή συναντά το όριο, όταν η παραμονή ξαναγίνεται επιλογή και όχι φόβος, εκεί χωρά η συνάντηση. Όχι για να αποδείξει κανείς ποιος είχε δίκιο, αλλά για να υπάρξει χώρος όπου κανείς δεν χρειάζεται να αντέχει μόνος.

Γιατί η αγάπη δεν ζητά ούτε ήρωες ούτε φυγάδες. Ζητά ανθρώπους που μπορούν να μένουν χωρίς να χάνονται — και να φεύγουν χωρίς να ακυρώνονται.

Αγγελική Μπολουδάκη

Address

Κορωναίου 10
Chaniá
73136

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Αγγελική Μπολουδάκη posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Practice

Send a message to Αγγελική Μπολουδάκη:

Share

Share on Facebook Share on Twitter Share on LinkedIn
Share on Pinterest Share on Reddit Share via Email
Share on WhatsApp Share on Instagram Share on Telegram