03/02/2026
Μιχάλης Α. Πέτρου Άφησε σήμερα το μεσημέρι τη ζωή ο René Kaës. Όχι όμως τους μαθητές, τους συναδέλφους και τους φίλους του. Η διδασκαλία του, η σκέψη του, η ανθρωπιά του, η φιλία του θα μας συντροφεύουν για παντα.
Μοιράζομαι μερικά αποσπάσματα από την παρουσίαση της ζωής και του έργου του René Kaës, έτσι όπως ο ίδιος τη δημοσιοποιεί στον ιστότοπο https://www.rene-kaes.com/portfolio
"Γεννήθηκα το 1936 στη Λωρραίνη, στην ανατολική Γαλλία, από μητέρα Λωρραίνη και πατέρα από Αλσατό, σε μια ταπεινή οικογένεια, η οποία όμως ήθελε να δώσει στα εφτά παιδιά της την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση. Είμαι ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια μου.
Με περισσότερους από έναν τρόπους, είμαι ένας άνθρωπος των συνόρων: εθνικών, πολιτισμικών, κοινωνικών. Ich bin ein Grenzwesen. Έζησα ως παιδί τον πόλεμο, ανησυχώντας για τους συγγενείς μου που είτε είχαν απελαθεί στη Γερμανία είτε συμμετείχαν στον αγώνα κατά του ναζισμού. Η εφηβεία μου στηρίχθηκε στο μοντέλο της Αντίστασης. Στα νιάτα μου, συμμετείχα ενεργά σε κινήματα λαϊκής εκπαίδευσης και ίδρυσα διάφορες κινηματογραφικές λέσχες. Ως φοιτητής, ανέλαβα ευθύνες κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας ως μέλος του πανεπιστημιακού συνδικαλισμού της Union Nationale des Etudiants de France, η οποία είχε δεσμευτεί εκείνη την εποχή ενάντια στον πόλεμο της Αλγερίας και υπέρ της αυτοδιάθεσης των πολιτών της.
Μετά τα χρόνια της μαθητείας μου στο Lycée de Metz, σχεδίαζα να γραφτώ στο Lycée Voltaire στο Παρίσι για να προετοιμαστώ για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Institut des Hautes Etudes Cinématographiques. Το οικονομικό κόστος αυτού του σχεδίου όντας πολύ υψηλό, αναγκάστηκα να το εγκαταλείψω και να βρω άλλους τρόπους να καλλιεργήσω την αγάπη μου για τον κινηματογράφο.
Μετά από μια όμορφη χρονιά προπαρασκευαστικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Νανσί, άρχισα να σπουδάζω Ψυχολογία και Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Έκανα ένα Διδακτορικό στην Ψυχολογία το 1966 και ένα ακόμη στα Γράμματα και τις Επιστήμες του Ανθρώπου το 1974. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, είχα την τύχη να γνωρίσω καθηγητές μεγάλου ανθρώπινου και επιστημονικού βεληνεκούς, όπως οι Didier Anzieu, Georges Duveau, Marcel David, Theo Kammerer, Paul Ricœur και Serge Moscovici.
Πήρα την πρώτη μου πανεπιστημιακή θέση το 1958 στο Στρασβούργο. Δίδαξα Κοινωνική Ψυχολογία και ασχολήθηκα με την ιστορία του εργατικού κινήματος, την Κοινωνιολογία και τα Οικονομικά. Το κύριο καθήκον μου ήταν η διεξαγωγή ερευνών σχετικά με την πολιτιστική συμπεριφορά και τις αναπαραστάσεις του πολιτισμού, του ελεύθερου χρόνου και του σχολείου μεταξύ των Γάλλων εργατών.
Τότε είναι που κατάλαβα ότι οι έρευνες μου δεν ήταν μόνο μια συμβολή στη γνώση, αλλά και πράξεις προσωπικές, δέσμευσης με την ιστορία μου: αισθανόμουν πως όφειλα να εκπληρώσω ένα χρέος αναγνώρισης και ευγνωμοσύνης προς την οικογένειά και το περιβάλλον καταγωγής μου.
Μέρος της ψυχαναλυτικής μου εκπαίδευσης έγινε μέσα στην Τέταρτη Ομάδα (Quatrième Groupe). Οφείλω πολλά στις Piera Aulagnier, Micheline Enriquez και Nathalie Zaltzman. Έγινα ψυχοδραματιστής και ομαδικός αναλυτής μέσω του CEFFRAP, κυρίως με τον Didier Anzieu.
Κατά τη διάρκεια της ζωής μου, αφιέρωσα πολύ χρόνο, ενέργεια και ευχαρίστηση στην προσπάθεια να κατανοήσω πώς συγκροτούνται, διακρίνονται και αρθρώνονται οι ψυχικοί χώροι του ατομικού υποκειμένου, των διυποκειμενικών δεσμών και των ομάδων, και αργότερα οι ψυχικοί χώροι και εκείνοι των θεσμικών ομάδων. Προσπάθησα επίσης να κατανοήσω τι συνεπάγεται αυτή η έρευνα όσον αφορά τους αναγκαίους μετασχηματισμούς στο πεδίο των αντικειμένων και των πρακτικών της Ψυχανάλυσης.
Μεταξύ του 1965 και του 1969, επινόησα ένα μοντέλο που προσέφερε μια νέα υπόθεση για τη σύνδεση μεταξύ του χώρου της ασυνείδητης ψυχικής πραγματικότητας των μελών μιας ομάδας, αυτού που περιέγραψα ως ασυνείδητη ψυχική πραγματικότητα της ίδιας της ομάδας και τρίτον για τους διυποκειμενικούς δεσμούς. Το μοντέλο πήρε το όνομα Ομαδικό Ψυχικό Όργανο.
Όλα αυτά τα χρόνια, ο Didier Anzieu και εγώ συζητούσαμε για την έρευνά μου, τις αμφιβολίες μου και την εμπιστοσύνη μου στην καρποφορία αυτού του μοντέλου. Ο Didier με διαβεβαίωνε πάντα για την κριτική του υποστήριξη. Μου έλεγε: «Δεν είμαι σίγουρος ότι με έχει πείσει ακόμα αυτό που προτείνεις, αλλά έχεις μια σπουδαία ιδέα. Είναι στο χέρι σου να την υποστηρίξεις και να τη στηρίξεις, να ανακαλύψεις τα όριά της».
Μου έρχεται στο μυαλό μια ανάμνηση. Ήταν 28 Σεπτεμβρίου 1973. Ο Γιάννης Ξενάκης έδινε μια συναυλία στο αβαείο Cluny. Είχε δώσει στο έργο του τον τίτλο «Πολύτοπος». Ο Didier με είχε προσκαλέσει στη συναυλία: εδώ και μερικούς μήνες επανερχόμουν στις συναντήσεις μας σε μια ιδέα που είχα διατυπώσει στη διδακτορική μου διατριβή: μιλούσα για την ομάδα (και γενικότερα για την ομαδικότητα) με όρους πολυτοπίας. Τα κινητά γλυπτά του Κάλντερ μου είχαν δώσει την ιδέα. Εκείνο το βράδυ, ο Ξενάκης είχε συνδυάσει ήχους και λάμψεις φωτός που εμφανίζονταν τυχαία στον αρχιτεκτονικό χώρο και στις επιφάνειες του αρχαίου μνημείου. Ήταν εντυπωσιακό. Ο Didier μου είπε: «Βλέπεις, η ιδέα σου για την ομάδα ως πολύτοπο, με έχει πλέον πείσει, προχώρα!»
Αυτό το ελεύθερο και νομαδικό ταξίδι που μόλις περιέγραψα εν συντομία ήταν συχνά μοναχικό και περιθωριακό, αλλά οι γόνιμες συναντήσεις που το κατέστησαν δυνατό με οδήγησαν να αντιμετωπίσω ζητήματα τόσο εντός όσο και εκτός του πεδίου της ψυχανάλυσης. Πρόκειται για ένα ζήτημα της εποχής μας, που μας επιβάλλεται σήμερα από την σύγχρονη πολιτισμική δυσφορία και τον ψυχολογικό και κοινωνικό πόνο που αυτή δημιουργεί. Αυτή η αντιπαράθεση μας εκθέτει στην αβεβαιότητα και στα όρια των πρακτικών μας, αλλά μας εμπνέει επίσης να σκεφτούμε δημιουργικά για ό,τι είναι ακόμη άγνωστο.
Τελικά, η εργασία με και πάνω σε ομάδες είναι μια παράξενη εμπειρία. Μερικές φορές απεχθάνομαι τις ομάδες και τους ομαδικούς μηχανισμούς, τις αλλοτριωτικές τους επιδράσεις και την καταστροφική βία για την οποία είναι ικανοί, αλλά παραμένω πεπεισμένος ότι η εμπειρία και η γνώση της ασυνείδητης ψυχικής πραγματικότητας που κατασκευάζεται μέσα σε αυτές είναι μια μεγάλη κατάκτηση για την επέκταση της ψυχανάλυσης."
Je suis né en 1936 en Lorraine, dans l'Est de la France, d'une mère lorraine et d'un père alsacien, dans une famille modeste, mais soucieuse de donner à ses sept enfants la meilleure formation possible. De cette fratrie je suis l’aîné.