13/02/2026
Η επιλεκτική σίτιση στα παιδιά αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο στην παιδική ηλικία και χαρακτηρίζεται από την κατανάλωση περιορισμένου αριθμού τροφών, με έντονη άρνηση νέων ή αισθητηριακά διαφορετικών τροφίμων. Στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στη νηπιακή ηλικία και αποτελεί παροδικό αναπτυξιακό στάδιο, χωρίς να εξελίσσεται σε διατροφική διαταραχή στην ενήλικη ζωή (σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες).
Παρά τον περιορισμένο αριθμό τροφών, πολλά παιδιά με επιλεκτική σίτιση παρουσιάζουν φυσιολογική ανάπτυξη και φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις. Αυτό αποδίδεται στους μηχανισμούς προσαρμογής του παιδικού οργανισμού, στη διατήρηση επαρκούς θερμιδικής πρόσληψης και στο γεγονός ότι βασικές αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτυπώνουν τη διατροφική ποικιλία ούτε την ποιότητα της σχέσης του παιδιού με το φαγητό.
Στη βιβλιογραφία, ένα παιδί θεωρείται επιλεκτικό όταν αποδέχεται λιγότερα από 20–30 διαφορετικά τρόφιμα σε σταθερή βάση. Όταν η αποδεκτή ποικιλία περιορίζεται σε λιγότερα από 10–15 τρόφιμα, η επιλεκτική σίτιση χαρακτηρίζεται ως σοβαρή και αυξάνεται ο κίνδυνος διατροφικών ελλείψεων και ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης.
Το «καμπανάκι» χτυπά όταν η επιλεκτική σίτιση:
• επιμένει μετά την προσχολική ηλικία,
• συνοδεύεται από αποκλεισμό ολόκληρων ομάδων τροφίμων,
• προκαλεί άγχος ή έντονη συναισθηματική αντίδραση κατά τη διάρκεια των γευμάτων,
• επηρεάζει την ανάπτυξη, την υγεία ή τη λειτουργικότητα του παιδιού και της οικογένειας.
Η διάκριση μεταξύ απλής επιλεκτικής σίτισης και κλινικής διαταραχής, όπως η ARFID, είναι κρίσιμη. Η έγκαιρη αναγνώριση και παρέμβαση στοχεύει όχι μόνο στην κάλυψη των θρεπτικών αναγκών, αλλά και στη διαμόρφωση μιας υγιούς σχέσης με το φαγητό, μειώνοντας τον κίνδυνο μελλοντικών διατροφικών δυσκολιών.