18/02/2026
«Υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική στιγμή στη ζωή σου.
Είναι η στιγμή που παύεις να λες «δεν θέλει»
και αρχίζεις να ψιθυρίζεις μέσα σου «δεν μπορεί».
Όσο πιστεύεις ότι ο άλλος δεν θέλει, κάτι μέσα σου μένει ζωντανό.
Υπάρχει θυμός, υπάρχει παράπονο, υπάρχει προσδοκία.
Και μαζί τους υπάρχει ελπίδα.
Αν δεν θέλει, τότε θα μπορούσε να θελήσει.
Αν δεν θέλει, τότε ίσως μια μέρα καταλάβει.
Αν δεν θέλει, τότε υπάρχει πιθανότητα αλλαγής.
Η σκέψη ότι ο άλλος δεν θέλει σε πονάει, αλλά δεν σε διαλύει.
Γιατί κρατάς ακόμη την ψευδαίσθηση της δυνατότητας.
Όταν όμως συνειδητοποιείς ότι δεν μπορεί, τότε κάτι αλλάζει ριζικά.
Δεν υπάρχει πια ελπίδα μεταμόρφωσης.
Δεν υπάρχει η φαντασίωση ότι, αν προσπαθήσεις λίγο ακόμη, αν εξηγήσεις καλύτερα, αν γίνεις πιο ήρεμη/ος, πιο ώριμη/ος, πιο υπομονετική/ος, θα πάρεις τελικά αυτό που χρειάζεσαι.
Η αλήθεια «δεν μπορεί» κόβει πιο βαθιά από το «δεν θέλει».
Γιατί το “δεν μπορεί” σημαίνει:
αυτό είναι το όριο του άλλου.
Και το όριο αυτό δεν σχετίζεται με εσένα — αλλά σε αφήνει μόνη/ο.
Εδώ γεννιέται η υπαρξιακή μοναξιά.
Όχι η μοναξιά της απουσίας ανθρώπων.
Η μοναξιά της συνειδητοποίησης ότι δεν θα λάβεις ποτέ, από εκεί που το περίμενες, αυτό που χρειάζεσαι.
Και τότε βρίσκεσαι μπροστά σε δύο μορφές λύπης.
Η πρώτη είναι η λύπηση για τον άλλον.
Τον βλέπεις περιορισμένο, τραυματισμένο, ανίκανο να δώσει. Συνειδητοποιείς ότι δεν είναι θέμα θέλησης αλλά αδυναμίας να δώσει.
Η δεύτερη είναι η λύπη για εσένα.
Και αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη.
Γιατί για να λυπηθείς τον εαυτό σου πρέπει να παραδεχτείς ότι στερήθηκες.
Ότι άξιζες και δεν πήρες.
Ότι χρειάστηκες και δεν υπήρξε ανταπόκριση.
Ότι, παρά την κατανόηση σου, έμεινες ακάλυπτη.
Η λύπηση για τον άλλον διατηρεί μια αίσθηση δύναμης.
Η λύπη για εσένα σε φέρνει αντιμέτωπη με την ευαλωτότητα.
Και αν έχεις μάθει να είσαι υπεύθυνη/ος, να καταλαβαίνεις, να στηρίζεις, τότε η ευαλωτότητα μοιάζει επικίνδυνη.
Έτσι επιλέγεις — ασυνείδητα — να συμπονάς προς τα έξω και να σκληραίνεις προς τα μέσα. Να σε επικρίνεις. Να επηρεάζεται το αίσθημα αξίας σου.
Εδώ συχνά γεννιέται και το αίσθημα μετριότητας.
Όχι ως αντικειμενική αξιολόγηση ικανοτήτων.
Αλλά ως εσωτερικευμένο συμπέρασμα:
«Αν ήμουν αρκετή/ος, θα μπορούσαν.»
«Αν ήμουν πιο σημαντική/ος, θα ξεπερνούσαν τα όριά τους.»
«Αν άξιζα περισσότερο, θα έβρισκαν τρόπο.»
Η παιδική ψυχή έχει την τάση να προσωποποιεί τα όρια των άλλων.
Αν ο άλλος δεν μπορεί να δώσει, το παιδί συχνά μεταφράζει:
«Δεν είμαι αρκετή/ος για να ενεργοποιήσω την ικανότητά του.»
Έτσι, η αντικειμενική ανικανότητα του άλλου γίνεται υποκειμενική μετριότητα δική σου.
Η υπέρβαση αυτού του βιώματος δεν έρχεται μέσα από απόδειξη αξίας.
Δεν έρχεται με επιτυχίες, ρόλους ή επιτεύγματα.
Έρχεται όταν αντέχεις να κάνεις τη δεύτερη, πιο οδυνηρή κίνηση:
να λυπηθείς για εσένα.
Να πεις:
«Δεν έφταιγα εγώ που δεν μπορούσαν.»
«Η ανάγκη μου άξιζε φροντίδα.»
«Το ότι δεν έλαβα δεν σημαίνει ότι δεν άξιζα.»
Όταν στραφείς με λύπη και τρυφερότητα προς τον εαυτό σου, η μετριότητα αρχίζει να διαλύεται.
Γιατί αποσυνδέεις την αξία σου από την ικανότητα των άλλων να ανταποκριθούν.
Τότε η μοναξιά αλλάζει μορφή.
Δεν είναι πια η μοναξιά της εγκατάλειψης.
Είναι η μοναξιά της ενηλικίωσης — η αναγνώριση ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν όρια που δεν θα ξεπεράσουν ποτέ.
Και μέσα σε αυτή την αλήθεια, όσο κι αν πονά, γεννιέται κάτι ώριμο και καθαρό:
η δυνατότητα να στραφείς προς σχέσεις που μπορούν.
Και — πιο βαθιά — να αρχίσεις να μπορείς εσύ για εσένα.
Εκεί δεν υπάρχει μετριότητα.
Υπάρχει αλήθεια.
Και η αλήθεια, όσο αποκαλυπτική κι αν είναι, φωτίζει την αξία σου».
Αγγελική Μπόλουδάκη
Αν πω μέσα μου «δε θέλει» ελπίζω και περιμένω ότι θα αλλάξει αλλά με το καιρό συμβιβάζομαι με μια μετριότητα.
Δε κατάφερα να τον αλλάξω ,δεν είμαι αρκετά καλή …μένω στο παιδί μέσα μου που κάνει το δε θέλω του άλλου δική μου ανικανότητα.
Αν πω όμως «δε μπορεί » θα απογοητευτώ αλλά θα ξέρω ότι η αξία μου δε καθορίζεται από το τι μπορεί ο άλλος και τι όχι. Ενηλικιώνομαι και προχωρώ και ίσως να βρω σχέσεις όπου υπάρχει αλήθεια και μπορώ και θέλω !
Κυριακή