06/09/2020
O πραγματικός κίνδυνος στην ψυχολογία των παιδιών-Λίγα λόγια πριν την έναρξη των σχολείων.
Σε απάντηση της επιβολής των μέτρων δημόσιας υγείας, που ανακοινώθηκαν απο την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως και τις οδηγίες της ιατρικής κοινότητας του ΙΣΑ, έχει προκύψει μια έντονη ανησυχία οσον αναφορά στις απόψεις υπέρ και κατά της χρήσης μάσκας στα σχολεία. Η κοινωνία παρουσιάζει μια διχασμένη εικόνα, που πυροδοτεί συναισθήματα σύγχυσης, οργής, αμφισβήτησης, αγωνίας...
Το αν η χρήση της μάσκας μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας σε παιδιά δημοτικού και άνω είναι ένα ερώτημα, που μόνο η ιατρική κοινότητα έχει αρμοδιότητα να απαντήσει και να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη. Κανένας πολιτικός, εκπαιδευτικός, δημοσιογράφος ή κρατικός εκπρόσωπος δεν πρέπει να εμπλέκεται σε διαμάχες που αφορούν σε θέματα υγείας. Οσον αναφορά όμως στον παράγοντα της ψυχολογίας, έχουν τεθεί εξίσου πολλά ερωτήματα, που εκφράζουν ανησυχίες όχι μόνο σχετικά με την σωματική υγεία, όσο και με την συναισθηματική και ψυχική ισορροπία των παιδιών.
Τέτοια ερωτήματα σχετίζονται με την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη, και πιο ειδικά με το πώς ενα παιδί μπορεί να επηρεαστεί σε επίπεδο επικοινωνίας με τους συνομηλίκους του, με την συγκεντρωσή του στο μάθημα ή με το πώς να ανεχθεί και να χειριστεί σωστά την μάσκα μεταξύ άλλων.
Πριν προχωρήσουμε στο πως να διαχειρισθούμε τις δυσκολίες που αναμένονται να προκύψουν, θα ήθελα να επισημάνω ότι υπάρχουν άλλες ενέργειες που θα διευκόλυναν το εκπαιδευτικό έργο και θα έπρεπε να είχαν ήδη επιμεληθεί. Ο σχεδιασμός τόσο των υποδομών οσο και η οργάνωση δεν ικανοποιεί τις μεγάλες ανάγκες αυτής της κρίσιμης περιόδου, γεγονός που πιθανόν να δικαιολογεί σε έναν βαθμό τον θυμό αρκετών πολιτών, δεδομένης της επιβάρυνσης που καλούνται να επωμιστούν τα παιδιά τους. Η ανάγκη δημιουργίας ολιγομελών τμήματων, ενισχυμένου εκπαιδευτικού προσωπικού, ενίσχυσης του προσωπικού καθαριότητας, πρόσληψης σχολικών ψυχολόγων, αναδιαμόρφωσης των εκπαιδευτικών δομών ή εναλλακτικής εύρεσης χώρων, είναι μέτρα που θα έπρεπε να έχουν προηγηθεί, ώστε να εξασφαλισθεί ενα ολοκληρωμένο πλάνο προστασίας, συμπεριλαμβάνοντας τέλος και την συνεργασία αρμόδιων φορέων.
Ξεκινώντας από το ερώτημα εαν ένα παιδί μπορεί να τραυματιστεί ψυχικά απο την επιβολή του μέτρου της μάσκας, η απάντηση είναι όχι. Μπορεί όμως να επιβαρυνθεί σε σημαντικό βαθμό, ακόμα και να αναπτύξει έντονες φοβίες και άγχος, όταν οι οδηγίες που του δίνονται είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Αν ένα παιδί εισπράττει απο το οικογενειακό του περιβάλλον (που στις μικρές ηλικίες είναι το πρώτο και βασικό μέτρο διαμόρφωσης των αντιλήψεων) ότι η χρήση της μάσκας είναι επικίνδυνη, αμφιλεγόμενη, τα συναισθήματα που αναμένεται να βιώσει, οχι μόνο θα είναι πιθανόν αρνητικά, αλλά θα έρχονται και σε σύγκρουση με την κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα. Σε αυτή την σύγκρουση λοιπόν μπορεί να υποκρύπτονται συναισθήματα άγχους, ενοχής (παρακούω τους γονείς μου ή το σχολείο..), ντροπής (γιατί εγώ να είμαι διαφορετικός απο τα άλλα παιδιά), ανασφάλειας (ποιος έχει δίκιο τελικά...), ματαίωσης, ανασφάλειας κ.α.
Με δεδομένο λοιπόν οτι τα παιδιά “ρουφάνε” την αγωνία των γονιών τους, δεν θα πρέπει να αισθάνονται ούτε οτι τους στερούμε την ελευθερία τους, ούτε οτι απειλούνται συνέχεια απο κάτι κακό, αλλά ούτε και να γίνονται τα ίδια αντικείμενο απορρόφησης των δικών μας ανησυχιών.
Εαν λοιπόν στο σπίτι επικρατεί διαφωνία, πανικός, σύχγυση, αντίδραση και αμφισβήτηση, το παιδί θα βιώσει την λήψη των μέτρων επιβαρυντικά και οχι προστατευτικά, και αυτό είναι ενα φορτίο που δεν του αναλογεί. Σε τελική ανάλυση ενα παιδί μικρής ηλικίας είναι σε θέση να προσαρμοσθεί και να ‘’παλέψει’’ με απτές και πραγματικές δυσκολίες όπως είναι η χρήση της μάσκας, δεν είναι όμως σε θέση να επεξεργασθεί και να αντιμετωπίσει συναισθηματικά πιο σύνθετες διεργασίες, όπως συγκρουσιακές καταστάσεις φόβου και άγχους που του προβάλονται.
Η πολεμική που έχει επικρατήσει τις τελευταίες μέρες με ασυμφωνία και επιθέσεις μεταξύ γονιών, εκπαιδευτικών, γιατρών και λοιπών κρατικών φορέων, πρέπει να περιορισθεί έξω απο την ζώνη ασφαλείας των παιδιών. Δεδομένων των νέων συνθηκών που ήδη απαιτούν μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής απο όλους, προτεραιότητα έχει να καλλιεργηθεί στην οικογένεια ενα απορροφητικό κλίμα προστασίας, που θα παρέχει ένα υποστηρικτικό πλαίσιο αποφόρτισης, ούτως ώστε να καταφέρουν τα παιδιά να ανταπεξέλθουν. Επιπλέον προκειμένου να αναπτύξει μια υγιή και όχι μια φοβική προσωπικότητα ενα παιδί, θα πρέπει να είναι σε θέση να μάθει από μικρή ηλικία να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να τα συζητά και με την βοήθεια των γονιών του, να τα ονοματίζει και να τα εξωτερικεύει.
Η μάσκα αναμένεται να δυσκολέψει πολλά παιδιά στην αρχή. Και εδώ έρχεται και επανέρχεται η σημασία της εκπαίδευσης, της προετοιμασίας, της ενασχόλησης του γονέα που καλείται να μεταφέρει μια θετική σύνδεση στην χρήση της μάσκας στο παιδί, της επιβράυευσης, της επεξήγησης και κατανόησης του γιατί πρέπει να φοράμε την μάσκα ανάλογα με το ηλικιακό επίπεδο που βρίσκεται. Τέλος να αναφερθώ στην σημασία της υπομονής της επιμονής και της τήρησης κανόνων. Η μάσκα δεν θα φορεθεί αυτόματα, θέλει κόπο και τρόπο, όπως και κάθε άλλος κανόνας που έχουμε βάλει στόχο να μάθουμε στα παιδιά.
Κλείνοντας θα σταθώ στο κομμάτι της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των παιδιών, δίνοντας ενα παράδειγμα. Απο μόνη της η πανδημία του ιού COVID-19 ήταν ένα χτύπημα κοινωνικής απομάκρυνσης και αναπροσαρμογής. Σε όλες τις ηλικίες και ανεξαιρέτως φύλου, κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης και πολιτισμικού επιπέδου η επαφή, το άγγιγμα και κάθε είδους σωματική επικοινωνία μεταφράστηκε σε πιθανή απειλή. Υπάρχει όμως μια εξαιρετική ιδιότητα που αφορά την προσαρμοστικότητα της φύσης του ανθρώπου και αξίζει να την εκμεταλευτούμε. Ένας άνθρωπος που στερείται μίας αίσθησης, είτε λόγω ατυχήματος είτε λόγω γενετικής βλάβης, αρχίζει να χρησιμοποιεί τις υπόλοιπες αισθήσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια και οξυδέρκεια. Στην εν λόγω συνθήκη αντί να εστιάσουμε στο τι χάνουν τα παιδιά φορώντας την μάσκα -που ομολογουμένως δυσχεραίνει την επικοινωνία (αποκρύπτοντας το χαμόγελο ή άλλες εκφράσεις μέσω των χειλιών--) μπορούμε να ενισχύσουμε την ικανότητα τους να καλλιεργήσουν βαθύτερη συναισθηματική νοημοσύνη. Τα παιδιά χρειάζεται να καταλάβουν ότι μια μάσκα δεν εξαφανίζει την έκφραση. Σε μικρότερες ηλικίες, τα παιδιά μπορεί να πιστεύουν ότι αν δεν μπορούν να δουν την έκφραση, αυτή δεν υπάρχει, παραπέμποντας στα πειράματα του Πιαζέτ που μελετούσε σε ποιά ηλικία τα παιδιά κατακτούν συγκεκριμένες αντιληπτικές έννοιες. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας μπορούν να μάθουν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στον τόνο της φωνής, στο βλέμμα, τα φρύδια, στην αφή, στα χέρια και στη στάση του σώματος γενικότερα, συμβάλλοντας έτσι στην διεύρυνση της εναλλακτικής σκέψης και της ανάπτυξης τους.